Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-2 (Καὶ οἱ ἐπικίνδυνες συνέπειες τοῦ περσοναλισμοῦ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ)

 

 

 «λευθερία τς βούλησης – θέλησης το προσώπου»
κατ
 τν φιλοσοφία κα τν πατερικ θεολογία

[B´]

 Τοῦ  Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/10/16/ἡ-ἐλευθερία-τῆς-βουλήσεως-θελήσεω/

.              Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴν τὴν εἰσαγωγικὴ παρατήρηση θὰ δοῦμε τὸ θέμα τῆς θελήσεως στὴν Τριαδολογία.

.              Τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος δὲν ἔχουν προσωπικὴ ἐλευθερία ἢ ὑποστατικὴ ἐλευθερία, γιατί ἂν συνέβαινε αὐτό, τότε κάθε Πρόσωπο θὰ εἶχε τὸ δικό του θέλημα, τὴν δική του ἐλευθερία, πράγμα ποὺ θὰ διασποῦσε τὴν ἑνότητα τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ πόδοση τς θέλησης στ πρόσωπο προκειμένου νὰ ξασφαλισθῆ  «λευθερία το προσώπου» δημιουργε πρόβλημα τριθεΐας στν γία Τριάδα. Ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἀναφερόμενος στὴν Ἁγία Τριάδα, ἀποδίδει μὲ σαφήνεια τὴν θέληση στὴν φύση καὶ ὄχι στὸ πρόσωπο.  Γράφει ὅτι θ ρωτοσε εχαρίστως τος μονοθελτες ν Θες κα Πατρ λων θέλη,πειδ εναι Πατήρ,πειδ εναι Θεός, δηλαδν τ θέλημά Του συνδέεται μ τ πρόσωπο το Πατρς μ τν θεότητά Του.  Ἐὰν θέλη ἐπειδὴ εἶναι Πατήρ, τότε θὰ εἶναι ἄλλο τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς καὶ ἄλλο τὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ, γιατί εἶναι διαφορετικὰ πρόσωπα. Ἂν ὅμως θέλη ἐπειδὴ εἶναι Θεός, τότε ἐπειδὴ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Θεοί, αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ θέλημα εἶναι τῆς φύσεως, δηλαδὴ εἶναι θέλημα φυσικό.
.              Ὁ Θεὸς εἶναι Τριαδικός, εἶναι τρία Πρόσωπα, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, τὰ ὁποία ἔχουν μία φύση, μία ἐνέργεια, μία θέληση, μία δόξα, μία βασιλεία. περσοναλιστικ φιλοσοφία κα θεολογία γκλωβίζεται στν ταύτιση φύσεως καὶ ναγκαιότητας κα γι᾽ ατ εναι ναπόφευκτη ἡ πόδοση τς θέλησης στ πρόσωπο καὶ ἡ ξ ατς ποτιθέμενη «ν λευθερί» βουλητικ γέννηση το Υο κα βουλητικὴ κπόρευση τοῦ γίου Πνεύματος π τν Θε Πατέρα, ἡ ποία συνεπάγεται ρειανισμό.
.              Ὁ ἅγιος Μάξιμος, ὅμως, καὶ πάλι ἀποβαίνει σαφέστατος. Γράφει ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Υἱοῦ ἀπὸ τὸν Πατέρα εἶναι «ὑπὲρ τὴν θέλησιν», δηλαδὴ δὲν μεσολαβεῖ ἡ θέληση μεταξὺ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, οὔτε ἡ θέληση τοῦ Πατρὸς προεπινοεῖται τοῦ Υἱοῦ, ἐπειδὴ οὔτε προϋπῆρχε ὁ Πατὴρ τοῦ Υἱοῦ. Ἐπειδὴ ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς εἶχαν «ἅμα τὸ εἶναι», γι᾽ αὐτὸ ἔχουν καὶ μία θέληση, «ἁπλῆν τε καὶ ἀδιαίρετον», ὅπως ἔχουν καὶ μία οὐσία καὶ μία φύση. Τὸ ὅτι ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱὸ ἐκ τῆς οὐσίας Του δὲν συνεπάγεται ἀναγκαιότητα ἢ ἀνελευθερία, διότι εἶναι ἀδιανόητη ἡ ἀπόδοση ὁποιασδήποτε ἀναγκαιότητας στὴν ἄκτιστη φύση.
.              Ὁ ἅγιος Μάξιμος παρατηρεῖ ὅτι ἐὰν τὸ φυσικὸ εἶναι καὶ ἀναγκασμένο, καὶ ὁ Θεὸς εἶναι κατὰ φύση Θεός, κατὰ φύση ἀγαθὸς καὶ κατὰ φύση δημιουργός, τότε ὁ Θεὸς θὰ εἶναι καὶ κατ᾽ ἀνάγκη Θεὸς καὶ ἀγαθὸς καὶ δημιουργός, πράγμα ποὺ εἶναι βλάσφημο καὶ νὰ τὸ σκεφθῆ κανείς. Γιατί «τίς γὰρ ὁ τὴν ἀνάγκην ἐπάγων;», δηλαδή, ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκη; Παραπέμπει δὲ στὸ χωρίο τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: «Μηδὲν φυσικὸν εἶναι ἐν τῇ νοερᾷ φύσει ἀκούσιον».
.              Τὴν ταύτιση φύσεως καὶ ἀναγκαιότητας, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀρειανούς, οἱ ὁποῖοι τὴν χρησιμοποιοῦσαν, προκειμένου νὰ ἀποδείξουν τὴν κτιστότητα τοῦ Θεοῦ Λόγου διὰ τῆς ἐκ τῆς βουλήσεως τοῦ Θεοῦ Πατρὸς γέννησή Του, τὴν χρησιμοποιοῦσαν καὶ οἱ φιλονεστοριανοὶ Ἀντιοχειανοί, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὁ Θεοδώρητος Κύρου, προκειμένου νὰ ἀποδείξουν τὸ ἀδύνατον τῆς καθ᾽ ὑπόστασιν ἑνώσεως θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου.
.              Ἡ νεστοριανικὴ ἀντιπρόταση γιὰ τὴν ἕνωση θεότητας καὶ ἀνθρωπότητας στὸν Χριστὸ ἦταν ἡ «συνάφεια», ἕνωση σχέσης δυὸ ξεχωριστῶν ὑποστάσεων, ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἔσωζε κατ᾽ αὐτοὺς τὴν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀπὸ μία ἀναγκαστικὴ ἕνωση, μὲ ἀποτέλεσμα ὡστόσο τὴν μὴ πραγματικὴ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὅμως, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δὲν πέφτει σὲ τέτοιες πλάνες, γιατί διδάσκει ὅτι ἡ βούληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου.

 Ἂς δοῦμε μὲ συντομία τὸ θέμα τῆς βουλήσεως-θελήσεως στὴν ἀνθρωπολογία.

.              Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ. Πολλοὶ Πατέρες τὸν ὅρο κατ᾽ εἰκόνα τὸν προσδιορίζουν ὡς τὸ νοερὸ καὶ τὸ αὐτεξούσιο, «ἡ δὲ αὐτεξουσιότης ἐστὶν αὐτοκρατὴς τοῦ θελήματος κίνησις». Πάντως, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὕα εἶχαν τὴν δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς. Ὅμως, τὸ πρῶτο ἀνδρόγυνο δὲν εἶχε τὴν τελειότητα, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ φθάση σὲ αὐτήν, ἦταν νήπιοι καὶ ἔπρεπε νὰ ὁλοκληρωθοῦν, ἡ φύση τους ἦταν ἀτελής. Ἡ κακὴ χρήση τῆς προαίρεσης τοὺς ὁδήγησε στὴν πτώση. Ἔτσι, ἡ δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς, τῆς προαίρεσης ἦταν ἔκφραση τῆς ἀτέλειάς τους.
.              Ἑπομένως, καὶ στὸν ἄνθρωπο ἡ θέληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως, εἶναι φυσικὴ θέληση καὶ ὄχι ὑποστατική, ἡ θέληση δὲν κάνει ἐπιλογή, τὴν ὁποία ἐπιλογὴ κάνει ἡ προαίρεση. Τὸ προοδευτικὸ σχῆμα ποὺ διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὅπως τὸ εἴδαμε καὶ προηγουμένως, εἶναι: θέληση-βουλὴ-γνώμη-προαίρεση. Τὸ «θέλημα εἶναι φυσικὸν ἤγουν θέλησιν, δύναμιν τοῦ κατὰ φύσιν ὄντος ὀρεκτικήν». «Ἡ προαίρεσις περὶ ταῦτά ἐστι μετὰ τὴν κρίσιν, περὶ ἃ ἡ βουλὴ πρὸ τῆς κρίσεως». Λέγοντας, ὅμως, ὅτι τὸ θέλημα εἶναι τῆς φύσεως, δὲν ἀγνοοῦμε ὅτι ὁρίζουμε τὴν ὑπόσταση ὡς οὐσία μετὰ ἰδιωμάτων, ὁπότε δὲν μπορεῖ νὰ κάνουμε λόγο γιὰ προτεραιότητα τῆς φύσεως ἔναντι τοῦ προσώπου οὔτε γιὰ προτεραιότητα τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς φύσεως.
.              Οἱ Πατέρες διακρίνουν τὸ «θέλειν» ἀπὸ τὸ «πῶς θέλειν», γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνεται σύγχυση μεταξὺ τῆς θελήσεως, ποὺ εἶναι τῆς φύσεως, καὶ τοῦ πῶς ἐκφράζεται ἡ θέληση, ποὺ εἶναι τοῦ προσώπου. Ὁ ἅγιος Μάξιμος γράφει ὅτι «οὐ ταὐτὸν τὸ θέλειν καὶ τὸ πῶς θέλειν», ὅπως δὲν εἶναι τὸ ἴδιο «τὸ ὁρᾶν καὶ τὸ πῶς ὁρᾶν». Τὸ νὰ θέλη καὶ νὰ βλέπη κανεὶς εἶναι τῆς φύσεως καὶ ὑπάρχει σὲ ὅλα τὰ ὁμοφυῆ καὶ ὁμογενῆ, ἀλλὰ «τὸ πῶς θέλειν», ὅπως καὶ «τὸ πῶς ὁρᾶν», δηλαδὴ τὸ νὰ θέλη νὰ περπατήση ἢ νὰ μὴ θέλη, τὸ νὰ βλέπη σὲ κάθε κατεύθυνση «τρόπος ἐστιν τῆς τοῦ θέλειν καὶ ὁρᾶν χρήσεως». Αὐτὸ δηλαδὴ τὸ «πῶς θέλειν» εἶναι «τῷ κεχρημένῳ προσὸν» ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τοὺς ἄλλους, κατὰ τὴν λεγομένη κοινῶς διαφορά.
.              Ἑπομένως, δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται σύγχυση μεταξὺ τοῦ «θέλειν», ποὺ εἶναι τῆς φύσεως, καὶ τοῦ «πῶς θέλειν» ποὺ εἶναι προσὸν αὐτοῦ ποὺ χρησιμοποιεῖ τὴν θέληση. Αὐτὴ εἶναι ἡ χρυσὴ τομὴ μεταξὺ τῆς οὐσιοκρατίας καὶ τοῦ περσοναλισμοῦ καὶ δείχνει ὅτι ἡ Πατερικὴ διδασκαλία ἀποφεύγει τόσο τὴν σχολαστικὴ οὐσιοκρατία ὅσο καὶ τὸν φιλοσοφικὸ περσοναλισμό.

 Ἂς δοῦμε τὸ θέμα τῆς θελήσεως στὴν Χριστολογία.

.              Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν ἕνωσε μὲ τὴν θεία φύση στὴν ὑπόστασή Του, τὴν θέωσε. Ἂν καὶ ἔγινε πρὸς Χάρη μας ἄνθρωπος, Αὐτὸς ποὺ εἶναι «ὁ ποιητὴς τῶν ἀνθρώπων», ὅμως, «ἡμῖν δηλονότι καὶ τὴν ἀτρεψίαν κατώρθωσε τῆς προαιρέσεως, ὡς ἀτρεψίας δημιουργός».  Ἔτσι, «τὸ ἀνθρώπινον τοῦ Θεοῦ» (τοῦ Χριστοῦ) «κατὰ προαίρεσιν ὡς ἡμεῖς οὐ κεκίνηται», κάνοντας μὲ τὴν ἐξέταση καὶ τὴν κρίση τὸν διαχωρισμὸ τῶν ἀντιθέτων, «ἵνα μὴ φύσει κατὰ προαίρεσιν νομισθείη τρεπτόν». Ἀλλά, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ εἶναι, ἀμέσως μετὰ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεὸν Λόγον «ἀδίστακτον, μᾶλλον δὲ στάσιμον τὴν κατ᾽ ὄρεξιν φυσικήν, ἤτοι θέλησιν, κίνησιν ἔσχεν». Ὁπότε, ἡ προαίρεση στὸν Χριστὸ δὲν κινήθηκε.
.              Οἱ ἄνθρωποι ὡς ἀτελεῖς, μὲ τὴν γέννησή τους, ἔχουν τὴν προαίρεση, ἀφοῦ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ κινηθοῦν πρὸς τὰ δύο, «τὰ καλά τε λέγω καὶ τὰ κακά». Αὐτή, ὅμως, ἡ δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς –τῆς προαίρεσης– παύει νὰ ὑφίσταται στοὺς ἁγίους, ποὺ ἑνώνονται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ γίνονται μέλη τοῦ Σώματός Του, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ ἀποκτοῦν τὴν ἀτρεψία τῆς προαίρεσης, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α´ Κορ. ιγ´, 8). Στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ὑπάρχη δυνατότητα ἐπιλογῆς, οἱ ἅγιοι θὰ ἔχουν ἐν Χριστῷ ἀτρεψία τῆς προαίρεσης, ἀφοῦ δὲν θὰ ὑπάρχουν ἀντίθετες καταστάσεις.
.              Ἑπομένως, τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος δὲν ἔχουν ἐλευθερία, ὅπως τὴν ἐννοοῦν οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς δὲν ἔχει δυνατότητα ἐπιλογῆς, ἤτοι γνωμικὸ θέλημα, ἀφοῦ ἔχει ἀτρεψία προαίρεσης. Καὶ ὁ ἄνθρωπος στὴν πτωτικὴ κατάσταση ἔχει μὲν δυνατότητα προαίρεσης, ἀλλὰ ὅταν φθάνη στὴν θέωση ἀποκτᾶ ἐν Χριστῷ τὴν ἀτρεψία τῆς προαίρεσης καὶ ὁδηγεῖται μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἄσκηση καὶ τὴν μυστηριακὴ ζωὴ ἀπὸ τὸ γνωμικὸ θέλημα στὸ φυσικὸ θέλημα.
.              Ἔτσι, ἡ λευθερία τς βουλήσεως καὶ ἡ λευθερία το προσώπου, τν ποία ο θεολόγοι σήμερα παινον περβαλλόντως, ς στοιχεο το Θεο κα τοῦ νθρώπου, ς κφραση κα καθοριστικ γνώρισμα τοῦ νθρώπου πο συνιστ τν τελειότητά του, εναι παράδεκτη π θεολογικς πλευρς.
.              Ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι ὑποστατική, ἀλλὰ φυσική. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη σημασία, διότι ἔτσι διατρανώνεται ἡ καλὴ λίαν δημιουργία τοῦ Θεοῦ.  Ἀντιθέτως, τὸ πρόσωπο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ κάνοντας παράχρηση τῆς θεόσδοτης ἐλευθερίας τῆς φύσεως καταλήγει στὴν ἁμαρτία. Ἑπομένως, δὲν «ὑπερβαίνει τὸ πρόσωπο διὰ τῆς ἐλευθερίας τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσεως», ἀλλὰ ἀντίστροφα, κάθε ἄνθρωπος μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος καὶ τὴν δική του συνέργεια διὰ τῆς φυσικῆς θελήσεως, μπορεῖ νὰ ἀχθῆ πέραν τῶν ὁρίων τῆς φύσεώς του καὶ νὰ φθάση στὴν θέωση. Ἀντίθετα, τὸ πρόσωπο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἂν δὲν κάνη καλὴ χρήση τοῦ αὐτεξουσίου, καταλήγει δέσμιο τῆς ἁμαρτίας καὶ ὑποδουλώνει τὴν φύση στὰ πάθη. Συνεπῶς, ἡ ἀπόδοση ἀναγκαιότητας στὴν φύση δείχνει εἴτε ἄγνοια τῶν πατερικῶν κειμένων εἴτε ἑρμηνευτικὸ ἐκβιασμό τους μὲ σκοπὸ τὴν ἐξαγωγὴ τῶν ποθουμένων περσοναλιστικῶν συμπερασμάτων.

 4. Οἱ συνέπειες τοῦ περσοναλισμοῦ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ

.              Πρέπει νὰ ἐπισημανθῆ κάτι πολὺ σημαντικὸ καὶ ἀξιοπρόσεκτο, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν λεγομένη μεταπατερικὴ θεολογία τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου. Ἡ μεταφορὰ τῆς συγκεκριμένης περσοναλιστικῆς τριαδολογικῆς ἀπόψεως στὴν σημερινὴ χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία μὲ τὴν θρυλούμενη «ἐλευθερία τοῦ προσώπου», ἡ ὁποία μάλιστα προβάλλεται καὶ ὡς οὐσιῶδες χαρακτηριστικὸ τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς σὲ σχέση μὲ τὴν οὐσιοκρατία τῆς χριστιανικῆς Δύσης, ἔχει συγκεκριμένες προεκτάσεις, ὅπως τὴν συχνὴ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖται στὴν ὀρθόδοξη ἀσκητικὴ ὡς ἀντιστρατευόμενη τὴν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου».
.              Ὅπως πάντοτε, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, ἡ ἐσφαλμένη δογματικὴ ἄποψη ὁδηγεῖ σὲ ποικίλες ἑρμηνευτικὲς παρεκτροπὲς ποὺ ἔχουν συνέπεια στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ζῆ ὁ Χριστιανὸς ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας.
.              Θὰ τονισθοῦν μερικὲς συγκεκριμένες παραχαράξεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν λεγόμενη ἐλευθερία τῆς βούλησης ἢ τῆς θέλησης καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου.

.              Πρῶτον, ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξη τῶν πραγμάτων, ἑρμηνεύεται καὶ ἐκλαμβάνεται μέσα ἀπὸ τὴν θεωρία τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου καὶ τῆς ἀγάπης, ὅπως ἑρμηνεύθηκαν ἀπὸ τὸν Ἀλέξη Χομιακὼφ καὶ τὸν Ἀφανάσιεφ. Σύμφωνα μὲ τὶς θεωρίες αὐτὲς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἔχει μεγάλη σημασία ἡ βίωση τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς κανονικὲς προϋποθέσεις ποὺ ἔχουν θεσπίσει οἱ Πατέρες τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ κρίνεται στὴν πράξη μὲ ὅρους «ἀστικῆς δημοκρατίας», προκειμένου νὰ στοχοποιηθοῦν ἱεραρχικὲς δομὲς τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ κριθοῦν ὡς καταπιεστικὲς καὶ ἀπάδουσες τῆς πρώτης «δημοκρατικῶς φερομένης» ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Στὴν συνέχεια χρησιμοποιεῖται ἡ ἐσφαλμένη αὐτὴ δογματικὴ θέση στὸ ἐπίπεδο τῆς θεολογίας, ὥστε νὰ εἰσαχθοῦν διάφορες οὐμανιστικὲς καὶ προτεσταντικὲς ἀπόψεις γιὰ τὴν μετοχὴ στὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς θεολογικὲς καὶ κανονικὲς προϋποθέσεις, σν πνευματικ ζω ν εναι μία «δημοκρατία στικο τύπου», στν ποία λοι πολαμβάνουν τ δρα τοῦ γίου Πνεύματος προϋποθέτως.
.              Εἶναι βέβαιο ὅτι μὲ τέτοιες προϋποθέσεις στοχοποιοῦνται καὶ ὑπονομεύονται Πατερικὰ ἔργα, ὅπως τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ συγγράμματα, τὰ ὁποῖα ἑρμηνεύτηκαν ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ καὶ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ὅτι δῆθεν κατοπτρίζουν ἄκαμπτες ἐκκλησιαστικὲς δομὲς ποὺ ἔγιναν ἀντικείμενο ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ τὸν Κλῆρο.

.              Δεύτερον, ἡ ἀσκητικὴ τοῦ ἡσυχασμοῦ κρίνεται ὅτι κατοπτρίζει τὴν λογικὴ τῆς ἀτομιστικῆς σωτηρίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἄμεση ἀναφορὰ στὴν «ὀντολογία τοῦ προσώπου», δηλαδὴ στὸ «ὑπάρχειν ἐλευθέρως ἐν σχέσει», ἀλλὰ στὴν προοπτικὴ μιᾶς ἀτομιστικῆς καθάρσεως τῶν παθῶν χωρὶς ἀναφορὰ στὸν Ἄλλο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν προϋποθετικὴ συνθήκη τοῦ «ὑπάρχειν προσωπικῶς».
.              Ἔτσι, διασπᾶται ἡ ἑνότητα μεταξὺ Μυστηρίων καὶ ἀσκητικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία στὴν πράξη εἶναι ἡ εὐαγγελικὴ ζωή, δηλαδὴ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀμφισβητεῖται ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ἡ ἀσκητικὴ θεολογία τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων ὡς ὡριγενικὴ καὶ νεοπλατωνική, ἀλλὰ ὑπονομεύεται ὕπουλα καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς «πνευματοκρατική».

.              Τρίτον, ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἀσκητικὴ εὐλάβεια, ποὺ ἐπαινεῖται ἀπὸ τοὺς ἀσκητικοὺς Πατέρες, ἐπικρίνεται ἀπὸ τοὺς ἐκφραστὲς τῆς θεωρίας «τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου», ὡς ἀνελεύθερος δυτικὸς εὐσεβισμὸς καὶ ἠθικισμός, ἀλλὰ καὶ ὡς «θρησκειοποίηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βιώματος».
.              Ἔτσι, παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο νὰ κρίνεται καὶ νὰ ὑπονομεύεται τὸ περιεχόμενο τῆς «Φιλοκαλίας τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν Πατέρων», ὅτι δῆθεν συνιστᾶ μία «θεραπευτικὴ ἐκκλησιολογία», ἡ ὁποία ἀνέτρεψε τὴν «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» τῆς πρώτης Ἐκκλησίας!

.              Τέταρτον, ἡ ὑπακοὴ σὲ Πνευματικὸ Πατέρα κρίνεται ὡς κολόβωση τῆς «ἐλευθερίας τοῦ προσώπου» καὶ ἀπέκδυση τῆς εὐθύνης τῆς ὕπαρξης, «τοῦ ὑπάρχειν ἐλευθέρως», ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἐξομολογούμενο καὶ μετάθεση αὐτῆς τῆς «προσωπικῆς εὐθύνης» στὸν Γέροντα.

.              Βεβαίως, δὲν παραβλέπουμε διάφορα λάθη τὰ ὁποῖα γίνονται στὸν τομέα αὐτό, εἴτε ἀπὸ Πνευματικοὺς Πατέρες εἴτε ἀπὸ πνευματικὰ παιδιά, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τέτοια λάθη νὰ ὑπονομεύεται ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν δουλεία στὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, ὅπως περιγράφεται στὴν πορεία τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο στὴν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας μὲ τὴν θεοπτικὴ καθοδήγηση τοῦ Μωϋσέως.
.              Ἑπομένως, ἡ λανθασμένη θεωρία περὶ τῆς «ἐλευθερίας τῆς βούλησης-θέλησης» καὶ τῆς «ἐλευθερίας τοῦ προσώπου» καὶ περὶ συνδέσεως τῆς θέλησης μὲ τὸ πρόσωπο, ἔχει σημαντικὲς προεκτάσεις στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο.
.              Μὲ τέτοιες θεωρίες ὑπονομεύεται ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ προϋποθέσεις τοῦ ἁγιασμοῦ, καὶ οὐσιαστικὰ παρερμηνεύεται ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ποὺ κάνει λόγο γιὰ πρακτικὴ φιλοσοφία, φυσικὴ θεωρία καὶ μυστικὴ θεολογία, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ κάθαρση, φωτισμὸ καὶ θέωση.
.              Κατὰ συνέπεια, δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἐλεύθερη βούληση τοῦ προσώπου ἀπὸ θεολογικῆς πλευρᾶς, διότι ἡ θέληση-βούληση εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς φύσης καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ ἐπιλογὴ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο γίνεται μὲ τὴν προαίρεση, ἡ ὁποία συνιστᾶ μὲν ἀτέλεια τῆς φύσης, ἀλλὰ οἱ ἅγιοι ἀποκτοῦν ἐν Χριστῷ καὶ τὴν ἀτρεψία τῆς προαίρεσης. Τὰ περὶ ὀντολογίας καὶ ἐλευθερίας τοῦ προσώπου, γιὰ νὰ ἀποφευχθῆ δῆθεν ἡ ἀναγκαιότητα τῆς φύσης, εἶναι δυτικὸς περσοναλισμός, μία «ψευδομόρφωση» στὴν σύγχρονη θεολογία, εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς λεγόμενης «μεταπατερικῆς θεολογίας».

(Σημείωση: Οἱ παραπομπὲς τοῦ κειμένου αὐτοῦ θὰ δημοσιευθοῦν στὸ βιβλίο ποὺ θὰ κυκλοφορήση προσεχῶς)
 ΠΗΓΗ: romfea

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

Δοξάζω την Αγίαν και Ομούσιον Τριάδα ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΑ



 Δοξάζω την Αγίαν και Ομούσιον Τριάδα
Ἀπόκρισις

Πρῶτον καί πρό πάντων δοξάζω τήν ἁγίαν καί ὁμοούσιον Τριάδα λέγων' δόξα Πατρί καί Ὑὶῷ καί ἁγίῳ Πνεύματι, καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Οὐκ ἀκαίρως δέ προεσημειωσάμην ἐν τοῖς προοίμιοις τήν τοιαύτην δοξολογίαν, ἀλλά δεικνύων τῷ μισοκάλῳ δαίμονι ὅτι ἐν ταῖς παρ᾿ αὐτοῦ φαινομέναις φαντασίαις, οὐδέν φαίνεται τῆς τοιαύτης δοξολογίας, ἀλλά ταραχή καί λύπη καί ἀδημονία. Λοιπόν, ἀδελφέ, ἔλθωμεν εἰς τήν τοῦ Θεοῦ εὐχαριστίαν, ἐπί τῇ λυτρώσει τοῦ μεγάλου πειρασμοῦ τοῦ φθάσαντος ἡμᾶς ὡς ἀσυνέτους. Καί οὐκ ἀφῆκεν ἡ φιλανθρωπία αὐτοῦ ἀπολεσθῆναι ἡμᾶς εἰς τέλος“ ἀεί γάρ ἀληθινός ὁ εἰπών' «ζῶ ἐγώ λέγει Κύριος, ὅτι οὐ θέλω τόν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τό ἐπιστρέψαι καί ζῆν αὐτόν». Τοίνυν τῷ σώσαντι ἡμᾶς καί ἀεί σώζοντι, δώσωμεν τήν εὐχαριστίαν διαπαντός' ῷ εὐχαριστοῦσιν Ἄγγελοι, δυνάμεις ὑπερκόσμιοι, στρατιαί ἐπουράνιοι, Χερουβίμ καί Σεραφείμ ταῖς εὐπρεπεστάταις φωναῖς, ἀκαταπαύστως καί ἀδιαλείπτως, ἀναβοῶντα καί κεκραγότα καί λέγοντα“ ᾿Ἀγιος, ᾿Ἀγιος, ᾿Ἀγιος Κύριος Σαβαώθ, καί τά λοιπά.


Κατανοοῦντες οὖν καί ἡμεῖς, εὐχαριστήσωμεν αὐτῶ ᾧ ὁ οὐρανός θρόνος καί ἡ γῆ ὑποπόδιον“ ῷ πᾷσα κτίσις δουλεύει. Καί ἀπό τῆς προτυπώσεως ταύτης τῆς Γραφῆς ἀρξώμεθα καί ἡμεῖς εὐχαριστήσωμεν τῷ Πατρί, ὄτι ἠλέησε τόν κόσμον καί οὐκ ἐφείσατο τοῦ πέμψαι τόν μονογενῆ Ὑὶόν Σωτῆρα καί Λυτρωτήν τῶν ἡμετέρων ψυχῶν. Εὐχαριστήσωμεν τῷ Ὑὶῷ, ὄτι ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ, δι᾿ ἡμᾶς (σελ. 356) τούς ἀνθρώπους. Εὐχαριστήσωμεν τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, τῷ ζωοποιῷ, τῷ λαλήσαντι ἐν νόμῳ καί προφήταις καί διδασκάλοις' τῷ καταδείξαντι Πέτρον μετανοήσαντα, καί κελεύσαντι αὐτόν ἀπελθεῖν εἰς Κορνήλιον καί δοξάσαντι αὐτόν καί δόντι ἐξουσίαν ἐγείρειν νεκρούς, ὡς καί τήν Ταβιθᾷ. Τῷ ἀεί προλαμβάνοντι καί συντρίβοντι τάς παγίδας τοῦ ἐχθροῦ ἀπό τῶν ἐπικαλουμένων αὐτό, κατά τήν τοῦ Δαβίδ προφητείαν, λέγοντος' «ἡ παγίς συνετρίβη, καί ἡμεῖς ἐρρύσθη μέν' ἡ βοήθεια ἡ μῶν ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ ποιήσαντος τόν οὐρανόν καί τήν γῆν».

Ἰδού οῦν ἠλέησεν ἡμᾶς καί ἰάσατο ἡμᾷς ἀπό τηλικαύτης ἀρρωστίας. Ἀκούσωμεν αὐτοῦ λέγοντος“ «ἰδού ὑγιής γέγονας, μηκέτι ἀμάρτανε, ἴνα μή χείρονα πάθῃς». ᾽᾽Ελθώμεν ἐν πᾶσιν εἰς ταπείνωσιν“ ὁ γάρ ταπεινός χαμαί κεῖται“ καί ὁ κείμενος χαμαί ποῦ ἔχει πεσεῖν; Δῆλον δέ ότι ὁ ἐν τῶ ὔψει, εὐχερῶς πίπτει. Εἰ ἀπεστράφημεν οὖν καί διωρθώθημεν, οὐκ ἀφ᾿ ἡμῶν τοῦτο“ Θεοῦ τό δῶρον. «Κύριος γάρ φησιν ἀνορθοῖ κατερραγμένους καί σοφοῖ τυφλούς» καί τά λοιπά.

Γέροντας Αρσένιος ο σπηλαιώτης Εισαγωγή



Όταν ήλθα για πρώτη φορά στο Άγιο Όρος, το 1964, μετά από τις προσκυνηματικές επισκέψεις μου στα Ιερά Καθιδρύματα και ασκητήρια του Αγίου Όρους, τελευταία κατέληξα στην Ιερά Νέα Σκήτη. Εκεί συνάντησα σεβαστά γεροντάκια, τα οποία μου είχαν κάνει ιδιαίτερη εντύπωσι. Ο ένας ήτο χαμογελαστός, ευγενικός, ομιλητικός, διδακτικός. Ελεγε συνεχώς και εκφώνως την ευχή του Ιησού το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού ελέησόν με». Ενδιάμεσα επανελάμβανε ενίοτε την ευχαριστιακή φράσι: «Δόξα σοι, ο Θεός». Η προσήνειά του με διευκόλυνε να εξοικειωθώ μαζί του και να μάθω ότι ήτο υποτακτικός, αλλά και κατά σάρκα αδελφός του μεγάλου ησυχαστού των ήμερων μας, του Γέροντος Ιωσήφ του Σπηλαιώτου. Αυτός ήτο ο μοναχός Αθανάσιος.
Εκεί στην Νέα Σκήτη ασκήτευε κι ένας ιερομόναχος και Πνευματικός των Πατέρων. Αυτός έμελλε αργότερα να γίνη και για μένα ο πνευματικός οδηγός και Γέροντας μου. Ακούοντας για τις αρετές του, και προπαντός για την άσκησι της νοεράς προσευχής, τον επισκέφθηκα με την ελπίδα ότι κάτι ωφέλιμο έχω ν' αποκομίσω από την μετ' αυτό συναναστροφή και συνομιλία. Τότε έμενε στην Καλύβη του Τιμίου Προδρόμου. Εξομολογήθηκα και άκουσα τις σοφές συμβουλές και παραινέσεις του για την Εν Χριστώ ζωή. Η ψυχή μου διψούσε για καθάριο νερό. Ποθούσε να γνωρίση, όχι μόνο με λόγια, αλλά με βιώματα το κάλλος της Ορθοδόξου μοναχικής εμπειρίας. Αυτό το κάλλος πού σαν περιδέριο κοσμείται από ποικίλες αρετές αντίκρυσα μέσα στην απλότητα αυτού του Γέροντος. Αυτός ήτο ο παπα Χαράλαμπος.

Διδαχές Το Θείον Πυρ Μνήμη Αγίου Ιγνατίου του θεοφόρου


Με την είσοδο των προεορτίων των Χριστουγέννων, έχομε και την μνήμη του Αγίου ενδόξου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου του Θεοφόρου, ενός εκ των Αποστολικών Πατέρων. Και ενθυμήθηκα μία περικοπή από τους λόγους του Κυρίου μας, πού αρμόζει στην αυριανή εορτή. Μη νομίσητε ότι ήλθον, είπε κάποτε ο Ιησούς μας, βαλείν ειρήνην επί την γεν ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν (Ματθ.10, 34)· Και αφού είπε τους τρόπους της διαιρέσεως πού ήλθε να προκαλέση, όπως ερμηνεύονται φυσικά κατά την ιερά μας παράδοσι, προσέθεσε. Πυρ ήλθον βαλείν επί την γεν και τι θέλω ει ήδη ανήφθη (Λουκ. 12,49)· Περί αυτού του πυρός ακριβώς είναι ο λόγος, γιατί πολύ απασχολεί τουλάχιστον εμάς τους μοναχούς.
Το δοξαστικό του Αγίου Ιγνατίου αναφέρει τα εξής: «Ουκ εστίν εν εμοί πυρ φιλόυλον, ύδωρ δε μάλλον ζων, και λαλούν εν εμοί, ένδοθέν μοι λέγον - Δεύρο προς τον πατέρα.» Και γενικά η ακολουθία, όπως θα παρακολουθήσετε, είναι μια έξαρσι θεουργικού έρωτος, πού πάλλει μέσα στην καρδία αυτού του μεγάλου φωστήρος. Γιατί αναφέρει η παράδοσι, ότι αυτός ο Άγιος ήταν ένα οπό τα παιδιά εκείνα, τα οποία εδέχθη ο Ιησούς μας στις αγκάλες Του.


Όταν κάποτε τον ερωτούσαν οι μαθηταί Του για τα πρωτεία και ποιες είναι οι αξίες τους στο μέλλον, κατά τον τρόπο πού ημπορούσαν να συλλάβουν τότε το νόημα, επηρεασμένοι από τις ιουδαϊκές παραδόσεις, τότε, προσκαλεσάμενος ο Ιησούς παιδίον έστησε αυτό εν μέσω αυτών και είπεν ος αν δέξηται παιδίον τοιούτον εν επί τω ονόματι μου, εμέ δέχεται (Ματθ. 18,2,5). Και πάλιν άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με (Ματθ. 19,14)· Ενα λοιπόν από τα παιδιά ήτο αυτός ο Άγιος, ο μετέπειτα Θεοφόρος.
Γι' αυτό και ωνομάσθη Θεοφόρος, επειδή έφερε τον Θεό. Αλλά και πάντες οι Άγιοι Θεοφόροι είναι, διότι ο αγιασμός τούτο σημαίνει Θεοφόρος και Θεολόγος. Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος ενοικεί μέσα στην ψυχή του ανθρώπου και τον καταξιώνει να ονομάζεται έτσι, διότι φέρει εντός του τον Θεό. Και αυτή η Χάρις, πού ενοικεί μέσα του, τον διδάσκει τα μυστήρια της Θεολογίας γενικά, αυτά πού είναι δόγματα της πίστεως.

Διδαχές Απόγνωση, Αποθάρρυνση Και Θάρρος Μνήμη Αγιου Νήφωνος



Στην πνευματική μας πορεία, υπάρχει κάτι πού είναι ο μεγαλύτερος σκόπελος. Και είναι τόσο πολύ σημαντικό, γιατί αυτό, εάν το προσέξη ο άνθρωπος, πολλά κερδίζει. Εάν όμως δεν το προσέξη, πολύ ζημιώνεται. Ο σκόπελος αυτός λέγεται αποθάρρυνσι, απογοήτευσι και ευρίσκεται μέσα στην πρακτική υφή της ζωής μας. Όπως και άλλες φορές είπαμε, οι αρχές και οι γραμμές βάσει των οποίων γίνεται το ξεκίνημα μας, είναι η ορθή πίστι και η αγαθή προαίρεσι. Η πρακτική όμως, η κατ' ενέργεια, η ενεργοποιός μερίς του ανθρώπου, είναι εκείνη η οποία τον αποδεικνύει πιστό, δηλαδή επισφραγίζει την ομολογία του. Μέσα σε αυτή την πρακτική, ο άνθρωπος είτε προβιβάζεται και επιτυγχάνει, είτε υποβιβάζεται και χάνει. Το σημείο εκείνο το οποίο είναι τόσο επωφελές για μας, έγκειται σε τούτο, στο να μην χάνω με το θάρρος μας, αλλά να συνεχίζω με, παρ' όλες τις δυσχέρειες και τις επιπλοκές πού υπάρχουν μέσα στην ενεργητικότητα της πρακτικής.

Η αμαρτία επιδιώκει να απατήση τον άνθρωπο, διότι η φύσι της, αν την ερευνήσωμε, είναι απάτη. Στην ουσία δεν υπάρχει κακό, αλλά το νόημα είναι πού το μεταβάλλει. Επειδή ακριβώς μεταβαλλόμενη δια του νοήματος μία πράξι γίνεται ένοχη, εάν δεν καλυφθή από την πρόφασι της απάτης, δεν πλανάται ο νους του ανθρώπου. Όπως δεν είναι δυνατό να βαδίση κανείς στην καταστροφή του και στην απώλεια του, βλέποντας τον προκείμενο κίνδυνο. Για να αψηφά τον κίνδυνο, πρέπει αυτός να συγκαλυφθή με κάποιο τρόπο, ούτως ώστε να απατήση τον άνθρωπο και να πέση στην παγίδα. Αυτός είναι ο απατηλός τρόπος της προβολής της αμαρτίας, του κάκου και με αυτό τον τρόπο συλλαμβάνεται ο άνθρωπος, ελέγχεται ως άπιστος και ότι οι υποσχέσεις του προς τον Θεό, πώς θα τον αγαπά εξ όλης της ψυχής, είναι ψευδείς.

Διδαχές από τόν Αθωνα Οι Δύο Πόλοι Της Πνευματικής Ζωής Μνήμη Αγιου Ιωάννου τον Ελεήμονος



Γιορτάζει η Εκκλησία μας σήμερα την μνήμη του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος, Πατριάρχου Αλεξανδρείας. Ο Άγιος Ιωάννης κατήγετο από την Κύπρο. Υπήρξε τέκνο ευσεβών και πλουσίων γονέων. Αν και ανετράφη μέσα στην άνεσι, έστρεψε όλη του την διάθεσι και προσοχή στην ευσέβεια. Διαβλέποντας η Θεία Χάρις μέσα στην αγνή ψυχή του, ότι θα απέδιδε πολύ πνευματικό καρπό στο μέλλον, τον προώρισε και τον ανεβίβασε στον θρόνο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, πού ήκμαζε τότε. Στον βίο του αναφέρεται ένα σύμβολο, πού έδειξε η Χάρις για την μέλλουσα του διαγωγή. Είδε στον ύπνο του μια ωραία κόρη στεφανωμένη με κλάδο ελαίας, η οποία του είπε: «Εγώ είμαι η πρώτη θυγάτηρ τον βασιλέως. Αν με αγαπήσης, έχω την δύναμι να σε οδηγήσω εις αυτόν». Ο Άγιος συνεπέρανε ότι αυτή ήτο η Χάρις της συμπαθείας και της ελεημοσύνης.Πράγματι. Το κεντρικότερο σημείο πού ευρίσκεται μέσα στην θεοπρεπή μεγαλωσύνη, είναι η συμπάθεια. Αυτή εκίνησε τρόπον τινά τον Θεό να δημιουργήση τον κόσμο εκ του μηδενός. Αλλα και όταν εχρεωκόπησε ο κόσμος με την ιδική του απροσεξία, και εγκατέλειψε την ισορροπία, πάλι από συμπάθεια και ελεημοσύνη έκανε την «κένωσί» Του ο Θεός Λόγος. Επεδήμησε στον κόσμο αυτό, εφόρεσε την ιδική μας «πτώχεια» και ενεκάλεσε στην ισορροπία την διασαλευθείσα κτίσι. Μονογενής θυγάτηρ του Θεού, η ελεημοσύνη. Αυτή, δια να επανέλθω με στον βίο του Αγίου, προεκάλεσε τον νέο τότε και του είπε: «Εάν με αγαπήσης, εγώ θα σε οδηγήσω στον βασιλέα, διότι έχω πολλή παρρησία εις αυτόν».

Διδαχές από τόν Αθωνα Η Πρακτική Εκδήλωση Της Αγάπης Προς Τον Θεό Μνήμη Αγίων Παύλου του Θηβαίου και Ιωάννου του Καλυβίτου



Τιμά η Εκκλησία μας τους δύο μεγάλους Πατέρες, τους Αγ. Παύλο τον Θηβαίο και Ιωάννη τον Καλυβίτης, των οποίων η ζωή είναι κάπως παράξενη, αλλά είναι αυτή πού ταιριάζει σε μας τους μοναχούς. Ο μεν ένας, είναι σχεδόν από τους πρώτους πού εξεκίνησαν να γίνουν μοναχοί, αφού απαρνήθηκαν πραγματικά τον κόσμο και εβγήκαν μόνοι τους έξω στην έρημο. Έζησαν μόνοι με μόνο τον Θεό, πρωτάκουστο στις ήμερες τους και σπάνιο φυσικά. Τρόπον τινά, ήταν οι πρωτοπόροι πού εχάραξαν τον δρόμο αυτό. Ο δε δεύτερος, είναι μεταγενέστερος. Ξεκίνησε μικρό παιδάκι από το σπίτι του, με ζήλο να γίνη μοναχός. Μετά από μερικά χρόνια έφυγε από το μοναστήρι του και επέστρεψε και εκάθησε στην είσοδο της πατρικής του κατοικίας, όπου εκεί ετελείωσε την ζωή με υπεράνθρωπους ασκητικούς αγώνας.
Τώρα διερωτάται κανείς. Ποιος είναι εκείνος ο παράγων ο οποίος έδωσε την δύναμι αυτή γι' αυτούς τους υπερφυσικούς αγώνες: Διότι πραγματικά αυτό είναι και το κέντρο του γενικού ενδιαφέροντος μας.


Διότι και εμείς πολλές φορές λέμε: «Γιατί δεν ημπορούμε: [χα πώς αυτοί ημπόρεσαν;» Μέχρι του σημείου που ερευνούμε ακόμα και στα μαρτύρια των Αγίων, πως εμπόρεσαν, αφού ήσαν πήλινες σάρκες σαν και εμάς· και υπέμειναν τους τρομερούς αυτούς αγώνας, πού μόνο η ακοή των προκαλεί φρίκη! Να πη κανείς ότι είναι υπερβολές αυτά; Αλλοίμονο κάτι τέτοιο και να το σκεφθούμε. Ποιο είναι όμως το μυστικό τους; Εν ονόματι τίνος κατώρθωσαν αυτοί οι άνθρωποι, οι πήλινοι, να φθάσουν στην κατάστασι αυτή; Ασφαλώς, πρώτος λόγος είναι, ότι το κατώρθωσαν δια της Χάριτος του Θεού. Τώρα όμως διερωτώμεθα.
Καλά ο Θεός ήταν μόνο για αυτούς; Για άλλες γενεές δεν είναι; Ο Θεός μεροληπτεί; Άλλους διαλέγει και άλλους προωθεί και ενισχύει, ενώ άλλους αφήνει; Τα ερωτήματα αυτά είναι πάντοτε επίκαιρα. Ο Θεός μεν είναι αυτός πού δίνει την Χάρι Του, πού κάνει «σημεία και τέρατα», ο άνθρωπος δε είναι εκείνος πού θέτει σε ενέργεια αυτή την επίδρασι της Χάριτος. Ύστερα αυτός ο άνθρωπος με αυτή την Χάρι μαζί κατορθώνει αυτά τα υπερφυσικά πράγματα. Ποιος είναι λοιπόν ο κυριώτερος παράγων; Ποια είναι η αιτία πού προκαλεί αυτού του είδους την Χάρι; θα το βρούμε πάλι από τους Πατέρες μας. Κάποτε είχε γίνει ένας διάλογος μεταξύ του Οσίου Παύλου του Θηβαίου και του Μεγάλου Αντωνίου. Ερώτησε ο Όσιος Παύλος τον Μέγα Αντώνιο: «Πώς εγώ αφού έχω κάνει μεγαλύτερους αγώνες από σένα, το όνομα σου εκυκλοφόρησε περισσότερο από το ιδικόν μου;» Και φυσικά ο διάλογος δεν ήταν τόσο γι' αυτούς, όσο για να μείνη σε μας. Και λέει ο Άγιος Αντώνιος,