Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Τι είναι οι «αλλοιώσεις» στην πνευματική ζωή;Ψυχωφελείς συζητήσεις με το Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό


Ψυχωφελείς συζητήσεις με το Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό
Κακός γείτονας και επίβουλος, ειδικά, για τους αστήρικτους και γι’ αυτούς, που αρχίζουν να αγωνίζονται, είναι οι αλλοιώσεις ή τροπές.
Μοιάζουν με τις καιρικές συνθήκες που μεταβάλλονται. Δεν είναι μόνιμες, αλλά παροδικές. Δεν πρέπει να μας φοβίζουν, ώστε να μεταβάλλουν την πορεία της ζωής μας. Έχουμε παράδειγμα τους ναυτικούς. Δε σταματούν να ταξιδεύουν, επειδή η θάλασσα γίνεται επικίνδυνη, κατά την ώρα της τρικυμίας. Δένουν λίγο στο λιμάνι το πλοίο και περιμένουν. Μετά, συνεχίζουν την πορεία τους, χωρίς να ασχολούνται με την τρικυμία.
Είναι η ισόβια μεταπτωτική καταδίκη μας. Μετά την πτώση, ο άνθρωπος έχασε την προσωπικότητά του, έγινε θύμα της επιρροής και υπόκειται στις εναλλαγές. Ποτέ δε μένει σταθερός σε μια θέση και αίσθηση και γνώμη. Επιδρούν στο χαρακτήρα του οι λόγοι, οι σκέψεις, τα πράγματα, τα πρόσωπα, η δίαιτα, το κλίμα και όσα γενικά, συμβαίνουν. Προσθέστε σ’ αυτά και τη δαιμονική κακουργία, που αλλοιώνει τη σταθερότητα των συναισθημάτων. Όλος αυτός ο δαίδαλος των αλλοιώσεων σβήνει το ζήλο και αμβλύνει την προθυμία. Αυτή η αλλοίωση χρειάζεται περιφρόνηση και θερμότερη πίστη στη Θεία πρόνοια, ένθεο ζήλο και συμβουλή εμπείρων. Γνωρίζοντας ο διάβολος ότι η κινητήρια δύναμή μας είναι ο θείος ζήλος και η προθυμία, στρέφεται εναντίον τους, για να μας αφοπλίσει και να μας αποθαρρύνει.
Υπάρχουν βέβαια, και οι αλλοιώσεις, τις οποίες προκαλούν τα δικά μας λάθη, όσες φορές παραβαίνουμε τις εντολές και στερούμαστε τη Θεία Χάρη, που λυπήσαμε με την ενοχή μας! Αυτές οι αλλοιώσεις χρειάζονται μετάνοια και ταπείνωση, για να θεραπευτούν. Χρειάζεται θάρρος και προσοχή – και όχι φόβος -, για να μην ανακοπεί η επαινετή προσπάθεια και ο ζήλος των αγωνιζομένων.
από το βιβλίο: «Ψυχωφελείς συζητήσεις με Αγιορείτες Γεροντάδες» – Κωνσταντίνου Ι. Ρώιμπα (ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2005)
*Διάθεση βιβλίου: http://www.ixnk.gr/

Όταν έχουμε ταπεινό φρόνημα, δεν μπορούμε να είμαστε υποκριτές


«Πρέπει να ζούμε με ευθύτητα, χωρίς υποκρισίες και φαρισαϊσμούς». «Να ομοιάζη η πορεία της ζωής μας με την πορεία της ρόδας. Στην ρόδα ενα σημείο εγγίζει στην γή και το υπόλοιπο μέρος της βρίσκεται ανυψωμένο.
Έτσι ας συμβαίνη και στην ζωή μας, και όχι να βυθιζώμεθα ολοσχερώς στα γήινα». «Πρέπει να θεωρούμε τον εαυτό μας χειρότερον απ’ όλους».
Ιδιαίτερα επέμενε στην απόκτησι ταπεινού φρονήματος. Σαν βοσκός λογικών προβάτων που ήταν, έψαλλε συχνά με την ποιμενική του φλογέρα τα εγκώμια της ταπεινοφροσύνης. Με παροιμίες, με πατερικά ρητά, με διαφόρων ειδών ιστορίες, με τρόπο ήπιο, με ύφος ελεγκτικό, «πολυμερώς και πολυτρόπως» ωδηγούσε το ποίμνιό του στον δρόμο της ταπεινώσεως.
—Χωρίς την ταπείνωσι, έλεγε, δεν σώζεται ο άνθρωπος. Αν πιστεύσουμε πως από δική μας αξία σωζόμεθα, έχουμε απατηθή. Θα σας αναφέρω ένα διδακτικό περιστατικό. Μία επιφανής αρχόντισσα, αρκετά ευσεβής αλλά όχι και αρκετά ταπεινή, καθώς κοιμόταν είδε ενα συγκλονιστικό όνειρο: Πάνω σε ένδοξο θρόνο ο δίκαιος Κριτής! Και απέναντί του πλήθη λαού, μεταξύ των οποίων και η ίδια. Ο Χριστός ετοιμαζόταν να καλέση πλησίον του τους εκλεκτούς. Εκείνη που βασιζόταν στις αρετές της και στις καλωσύνες της περίμενε μεγάλες τιμές, αλλά έπεσε έξω στην πρόβλεψί της. Κάποια ταπεινή χωριατοπούλα εκρίθη άξια για την πρώτη θέσι. Δεύτερος ήταν ενας φτωχός χωρικός που φορούσε μάλιστα και τσαρούχια. Ακολούθησαν στην σειρά πλήθη απλοϊκών ανθρώπων. Σε μια στιγμή ο Κύριος έπαυσε να προσκαλή άλλους. Εκείνη επάνω στην απελπισία της απεφάσισε να τον πλησιάση και να του υπενθυμίση τα καλά που είχε κάνει. Ο Χριστός όμως απέστρεψε εντελώς το πρόσωπό του απ’ αυτήν. Εξουθενωμένη πλέον, «κάλαμος συντετριμμένος», έπεσε στο έδαφος, έκλαψε και ανεγνώρισε ταπεινά πως πράγματι δεν της άξιζε η ουράνιος βασιλεία. Να, αγαπητοί μου — εδώ δυνάμωσε την φωνή του ο στάρετς — το ταπεινό φρόνημα! Έτσι πρέπει να σκεπτώμεθα όλοι. Όταν ξύπνησε από το ονειρο η αρχόντισσα, δεν τόλμησε πιά να φιλοξενήση υπερήφανες ιδέες στην ψυχή της. Της έδωσε ο Θεός με το όνειρο αυτό ένα αξέχαστο μάθημα.
—Μα, πάτερ, ερώτησε κάποιος, τόσο πολύ επικίνδυνη είναι η υπερηφάνεια;
—Παιδί μου, του απήντησε, φρόντισε να περιτυλίξης τον εαυτό σου με την ταπείνωσι, και τότε δεν έχεις να φοβηθής τίποτε, έστω και αν ο ουρανός πέση επάνω στην γη.
Τα λόγια αυτά του στάρετς μας δείχνουν πόσο καλά κατείχε τα πατερικά κείμενα. Να τι γράφει σχετικώς ο Αββάς Ισαάκ: «Εάν κολληθή ο ουρανός τη γη, ο ταπεινόφρων ού θροείται» (Λόγος 81ος). Ο ποιμενικός του αυλός απέδιδε πιστά τις μελωδίες των μεγάλων διδασκάλων της Εκκλησίας.
Την ώρα που έδινε την κοινή ευλογία στα πλήθη συνήθιζε πάντοτε να τους προσφέρη κάποια σύντομη και επιγραμματική διδασκαλία. «Ο Θεός», είπε κάποτε, «στέλνει το ελεός του μόνο στους ταπεινούς».
Πηγή: Ο Στάρετς Αμβρόσιος, σελ.156-157, Έκδοσις Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής.

Tα αίτια της πτώσης της Πόλης σύμφωνα με τον Ιωσηφ Βρυένιο Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου





Η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως την 29η Μαΐου του 1453 ήταν το αποκορύφωμα της φθίνουσας δόξας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του λεγομένου Βυζαντίου. Γύρω από τα αίτια της πτώσης αυτής εγράφησαν πολλά, τα οποία παρουσιάζουν την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία-Βυζάντιο, αφού είχε χαθή όλη η Μικρά Ασία, η Ανατολική Θράκη και είχε μείνει μόνον η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Οι κατά καιρούς εχθροί είχαν προξενήσει μεγάλη ζημία, με αποκορύφωμα και τελειωτικό κτύπημα την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους, κατά την Δ Σταυροφορία την 13η Απριλίου του έτους 1204. Η μετά από λίγα χρόνια (1261) ανακατάληψή της και ελευθέρωσή της δεν προσέφερε ουσιαστικά πράγματα, διότι ήδη η Πόλη είχε καταστραφή και λεηλατηθή ολοσχερώς.



Πέρα από τα πολιτικά και κοινωνικά αίτια που συνετέλεσαν στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως πρέπει να σημειωθούν ιδιαιτέρως τα πνευματικά αίτια στα οποία συνήθως δεν δίνουμε μεγάλη σημασία.



Άλλωστε κατά την ορθόδοξη θεολογία ο Θεός διευθύνει τον κόσμο με τις άκτιστες ενεργειές Του, και η προσωπική Του επέμβαση εκδηλώνεται με την ευδοκία Του, την μακροθυμία Του, την παραχώρηση των ποικίλων πειρασμών κλπ. Σε αυτά τα πνευματικά αίτια αναφέρεται ο μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του γένους και ομολογητής της πίστεως, που έζησε στις τελευταίες στιγμές της ζωής της Βασιλεύουσας και άκουγε τον ρόγχο του θανάτου της.



Ο Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, σύμφωνα με μελέτη του αειμνήστου Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολάου Τωμαδάκη, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1350 μ.Χ., εκάρη μοναχός στην Μονή Στουδίου, υπήρξε ασκητής με πατερικό φρόνημα, ανεδείχθηκε μεγάλος λόγιος και διδάσκαλος του γένους, τον οποίον συμβουλεύονταν οι Αυτοκράτορες και οι Πατριάρχες, και αποστελλόταν από τον Αυτοκράτορα σε διάφορες κρίσιμες αποστολές, όπως την Κύπρο και την Κρήτη, ομιλούσε κατά τις επίσημες ημέρες στο Παλάτι, συμμετείχε στις προετοιμασίες για την συζήτηση των Ορθοδόξων με τους Λατίνους, για την «ένωση των Εκκλησιών» και κοιμήθηκε περί το 1431, περίπου είκοσι δύο (22) χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Όπως γράφει ο Αρχιμ. Ειρηναίος Δεληδήμος, στην εισαγωγή των έργων του που εξεδόθησαν από τον εκδοτικό οίκο Βασιλείου Ρηγόπουλου, «ο Ιωσήφ Βρυέννιος κατά τα έτη 1401-1431 ανεγνωρίζετο ως ο κορυφαίος λόγιος εν Κωνσταντινουπόλει».



Ο Ιωσήφ Βρυέννιος την Μ. Παρασκευή (14 Απριλίου) του έτους 1419, τριανταπέντε περίπου χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, εξεφώνησε ένα λόγο στο Παλάτι «επί παρουσία βασιλέων, και των εν τέλει, και συνελεύσει των εξαιρέτων του γένους ημών, και της βασιλίδος ταύτης των πόλεων», όπως χαρακτηριστικά γράφεται στην επικεφαλίδα.



Όπως λέγει σε άλλα κείμενά του, στην Κωνσταντινούπολη την εποχή εκείνη ζούσαν περίπου 70.000 κάτοικοι και μάλιστα ο ίδιος έκανε έκκληση στους Κωνσταντινουπολίτας, χωρίς να υπάρχη ανταπόκριση, να συντελέσουν στην ανοικοδόμηση των τειχών της, εν όψει του μεγάλου κινδύνου. Όμως οι κάτοικοι, ιδιαιτέρως οι πλούσιοι, ασχολούμενοι με την αύξηση των ατομικών τους εσόδων, αδιαφορούσαν, με αποτέλεσμα η πόλη να ομοιάζη, όπως λέγει, με «σεσαθρωμένον» πλοίον που ήταν έτοιμο να βυθισθή.



Στον λόγο του αυτόν που αναφερόμαστε, ο διακεκριμένος αυτός λόγιος μοναχός, ομιλώντας μπροστά στους επισήμους άρχοντες της Κωνσταντινουπόλεως, εξέθεσε ανάγλυφα και παραστατικά τα πνευματικά αίτια της επερχομένης πτώσεως της Βασιλευούσης. Και είναι σημαντική αυτή η μαρτυρία γιατί προέρχεται από έναν λόγιο μοναχό και ασκητή, με ήθος, παιδεία και πατερικό φρόνημα, τον οποίον σέβονταν οι πάντες την εποχή εκείνη και ο οποίος έζησε στα χρόνια εκείνα που οι κάτοικοι έβλεπαν τον επερχόμενο όλεθρο.



Το περιεχόμενο του λόγου αυτού αναλύεται στην επικεφαλίδα: «δια το πωλείσθαι καθ'; εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα παρά των ούτω λεγομένων πνευματικών, και αγοράζεσθαι παρ'; ημών, οίμοι! το ημέτερον γένος αφανισμώ παραδίδοται και Ισμαηλίταις περιπίπτει». Δηλαδή, το γένος αφανίζεται και πέφτει στους Ισμαηλίτες -; Μωαμεθανούς, διότι πωλείται το σώμα και το αίμα του Χριστού από τους λεγομένους πνευματικούς και αγοράζεται από τους Χριστιανούς.



Στην αρχή του λόγου του ο Ιωσήφ Βρυέννιος εκφράζει την οδύνη του, αφού το γένος περιστοιχίζεται από δεινά, τα οποία, όπως λέγει, «δάκνει μου την καρδίαν, συγχεί τον νουν και οδυνά την ψυχήν». Κάνει λόγο για την «ολόσωμον πληγήν» και την «νόσον καθολικήν». Το γένος έχει περιπέσει σε ποικίλα πάθη και αμαρτίες. Όλοι οι Χριστιανοί έγιναν «υπερήφανοι, αλαζόνες, φιλάργυροι, φίλαυτοι, αχάριστοι, απειθείς, λιποτάκται, ανόσιοι, αμετανόητοι, αδιάλλακτοι». Έγιναν οι άρχοντες κοινωνοί ανόμων, οι υπεύθυνοι άρπαγες, οι κριτές δωρολήπτες, οι μεσίτες ψευδείς, οι νεώτεροι ακόλαστοι, οι γηράσαντες μεθυσμένοι, οι αστοί εμπαίκτες, οι χωρικοί άλαλοι, «και οι πάντες αχρείοι». Συγχρόνως με την γενική κατάπτωση των ανθρώπων χάθηκε «ευλαβής από της γης, εξέλιπε στοχαστής, ουχ εύρηται φρόνιμος». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον επέπεσαν εκ δυσμών και εξ ανατολών διάφοροι εχθροί και λυμαίνονται την αυτοκρατορία.



Στην συνέχεια αναφέρεται στο μεγαλύτερο αμάρτημα που έγινε στην ιστορία, δηλαδή την προδοσία του Ιούδα, η οποία συνίσταται στο «πωληθήναι τιμής και αγορασθήναι τον Κύριον», δηλαδή ο Ιούδας επώλησε τον Κύριο, τον Οποίον αγόρασαν οι Εβραίοι. Αυτό το ανοσιούργημα, όπως λέγει, γίνεται στις ημέρες μας, αφού οι πολλοί από τους λεγομένους πνευματικούς πωλούν τον Κύριο και «αγοράζει δε πας ο έχων αργύριον και βουλόμενος». Προφανώς πρόκειται για το ότι οι λεγόμενοι πνευματικοί χορηγούσαν άφεση αμαρτιών με την λήψη χρημάτων. Αλλά και πολλοί από τους ιερείς ασελγούν εν επιγνώσει, αφού και αυτοί διακατέχονται από αυτά τα πάθη και προσέρχονται να λειτουργούν στην σεβασμία Τράπεζα αναιδώς. Αναφέρεται διεξοδικώς στην κατάπτωση της Εκκλησίας, αφού οι ποιμένες έχουν απομακρυνθή από την διδασκαλία και τα όρια που είχαν θέσει οι Πατέρες. Αλλά και οι μοναχοί έχουν χάσει τον προορισμό τους και ασχολούνται με άλλα ζητήματα, αφού υπάρχουν μοναχοί «και τρία και πέντε, και επτά έχοντες αδελφάτα εκ διαφόρων αυτοίς αφεθέντα προσώπων».



Ο όρος «αδελφάτο» σημαίνει «επιτροπεία διευθύνουσα αγαθοεργόν κατάστημα» (Δημητράκου) που ανήκει στους Δήμους. Με γενική έννοια αδελφάτο είναι «σύλλογος, σωματείο με ιδιαίτερα στενούς δεσμούς μεταξύ των μελών του» η ακόμη «επιτροπή με διαχειριστικά καθήκοντα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, ναούς, νοσοκομεία» (Μπαμπινιώτης). Στην περίπτωση αυτή με τον όρο αδελφάτα μάλλον εννοούνται μερίδια της Μονής που παραλαμβάνουν και κατέχουν και οι εκτός της Μονής ζώντες μοναχοί που τα εκμεταλλεύονται, οπότε ένας τέτοιος μοναχός μάλλον πρέπει να καλήται «ληστής» και η ενέργεια αυτή «τόκος εστι, και τόκου χείρον, ιεροκαπηλία λεγόμενον», διότι κρατεί τα αδελφάτα των πτωχευόντων μοναστηρίων ενέχυρα για τόκο. Πρόκειται για αλλοίωση του μοναχισμού, ο οποίος έχασε την ησυχαστική παράδοση και μεταβλήθηκε σε υλική εκμετάλλευση των μοναστηριών.



Και αφού κάνει μεγάλη ανάλυση αυτής της καταστάσεως που παρατηρείται στους άρχοντες και τον λαό, τους Κληρικούς και τους μοναχούς, τους αστούς και τους χωρικούς, καταλήγει στον υπέροχο αυτόν και σημαντικό του λόγο σε μια ανακεφαλαίωση, στην οποία δίνει τις κατάλληλες συμβουλές για να αποφύγουν το κακό, το οποίο βλέπει καθαρά να έρχεται.



Λέγει ότι βλέποντας πριν σαράντα χρόνια να ερημώνωνται οι πόλεις, να αφανίζωνται οι χώρες, να καίγωνται οι Εκκλησίες, να βεβηλώνωνται τα άγια και να δίδωνται τα ιερά σκεύη στα σκυλιά και «παν το ημέτερον γένος, δουλεία παραδιδόμενον και μαχαίρα», προσευχόταν στον Θεό να του αποκαλύψη για το που οφείλεται αυτή η εγκατάλειψη του λαού και «η τοσαύτη του Θεού αγανάκτησις καθ ?μ?ν». Και μετά από πολλές προσευχές βρήκε ποιό είναι το αίτιο και θέλει να το αποκαλύψη, την ημέρα αυτή, ενώπιον των Βασιλέων και των αρχόντων και όλου του λαού, γιατί φοβάται, μήπως τιμωρηθή αν σιωπήση. Και η αιτία της οργής του Θεού και της δικαίας Του αγανακτήσεως κατά των Ρωμαίων είναι «το πωλείσθαι καθ'; εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα, παρά των λεγομένων πνευματικών και αγοράζεσθαι προς υμών των χριστιανών».



Διαμαρτύρεται για το γεγονός αυτό και επικαλείται ως μάρτυρες τον χορό των αγίων και των αγγέλων. Ζητά από τους άρχοντες τον Κλήρο και τον λαό να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στον Θεό για να γίνη «η του γένους ανάκλησις» και να είναι μαζί τους ο Θεός, γιατί διαφορετικά θα πάθουν χειρότερα από εκείνα που έπαθεν η παλαιά Ιερουσαλήμ, που κυριεύθηκε από τους εχθρούς. Σαφώς εδώ αναφέρεται στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας Ιερουσαλήμ. Ζητά από τους κατοίκους να μετανοήσουν, γιατί αν δεν γίνη αυτό, η καταστροφή θα είναι τόσο μεγάλη που όλα τα έθνη και οι μέλλουσες γενεές θα λένε σε παρόμοιες περιπτώσεις: «μη πάθοιμεν α οι Ρωμαίοι πεπόνθασιν». Εδώ πρέπει να παρατηρηθή ότι παραμονές της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της Αυτοκρατορίας οι κάτοικοί της δεν λέγονταν Βυζαντινοί -;που ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους Φράγκους-; αλλά Ρωμαίοι.



Δεν αρκείται, όμως, ο Ιωσήφ Βρυέννιος σε γενικές προτροπές για μετάνοια, αλλά την συγκεκριμενοποιεί και με αυτόν τον τρόπο αναλύει στην πραγματικότητα τι θα πη να πωλούν το σώμα και το αίμα του Χριστού, δηλαδή αναφέρεται στην ανάξια μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού, την τέλεση διαφόρων αμαρτιών από Κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς, τις οποίες δεν εξομολογούνται και την προδοσία της πίστεως. Με αυτούς τους τρόπους γίνεται ασέβεια στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Δίνει τέσσερεις συμβουλές και κατευθύνσεις μετανοίας.



Η πρώτη είναι οι πνευματικοί να μη λαμβάνουν χρήματα από τους εξομολογουμένους. Η δεύτερη συμβουλή είναι να μη κρατούν οι Ιερείς ενέχυρα για τόκους, να μη λαμβάνη κάποιος μοναχός η μονάστρια τόκους, ούτε οι εκτός της Μονής να κρατούν αδελφάτα πάνω από δύο ο καθένας και μετά παρέλευση δέκα χρόνων, και να μη κοινωνή κανείς των αχράντων μυστηρίων από εκείνους που είναι τελώνες και άδικοι, αν δεν αποκαταστήση και επιστρέψη το αδίκημα. Η τρίτη συμβουλή είναι να μη κοινωνή κανείς από του σώματος και του αίματος του Χριστού, «της αμαρτίας έτι ενεργουμένης» -;αν δεν έχη μετανοήσει και δεν ελευθερώθηκε από την αμαρτία-; εκτός και εάν μετά την εξομολόγηση είναι βαριά ασθενής προς θάνατον. Και η τέταρτη συμβουλή είναι «μηδείς ιερέων τοις δυσσεβούσιν ιερεύσι συλλειτουργή (εννοεί τους λατίνους και λατινόφρονας) μηδέ τις των κοσμικών αυτούς εκδική».



Και επειδή μερικοί ισχυρίζονταν ότι πριν αποθάνη κανείς θα έπρεπε να κοινωνήση χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις, ο Ιωσήφ Βρυέννιος λέγει ότι κανένας δεν πήγε στην Κόλαση, επειδή δεν πρόλαβε να κοινωνήση των Αχράντων Μυστηρίων, την τελευταία στιγμή -;εννοείται αφού ζούσε σε μετάνοια μέσα στην Εκκλησία-; αλλά μύριοι κολάσθηκαν «δια το αναξίως μεταλαβείν». Γι'; αυτό συνιστά στους Χριστιανούς να εξομολογούνται και να τηρούν τον χρόνο αποχής από την θεία Κοινωνία που θα επιβληθή από τον πνευματικό για την θεραπεία κάθε αμαρτήματος. Επίσης, μετά βεβαιότητος λέγει: «κρείσσων γαρ η αποχή τούτου μετ'; ευλαβείας και φόβου, ήπερ η μετάληψις μετά τόλμης και αναξιότητος, πίστευσον».



Είναι σημαντικός αυτός ο λόγος του μεγάλου διδασκάλου του γένους μας πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως που δείχνει ποιά είναι τα πνευματικά αίτια της πτώσεως της Βασιλευούσης των πόλεων και ποιά πρέπει να είναι η αληθινή ζωή των Κληρικών και Χριστιανών που θέλουν να είναι και να λέγωνται ορθόδοξοι Χριστιανοί.



Τα διάφορα δεινά έχουν κυρίως και προ παντός πνευματικά αίτια, έστω κι αν δεν θέλουμε να τα εντοπίζουμε. Δεν πρέπει να παραμένουμε μόνον σε πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, αλλά θα πρέπη να βλέπουμε και την πνευματική διάσταση του θέματος, αφού ο Θεός διευθύνει την ιστορία. Άλλωστε η χιλιόχρονη Ρωμαϊκή - Βυζαντινή Αυτοκρατορία διατηρήθηκε τόσα χρόνια, γιατί βίωνε την ορθόδοξη πίστη, αφού το πρότυπό της, κατά βάση, ήταν ο αγιασμός και η συμμετοχή στην δόξα του Θεού.



Επίσης, από τον προφητικό και πατερικό αυτόν λόγο του Ιωσήφ Βρυεννίου φαίνεται ότι πρέπει να μάθουμε «πως δει εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι ήτις εστιν εκκλησία Θεού ζώντος, στύλος και έδραιωμα της αληθείας» (Α'; Τιμ. γ , 15). Αυτό αναφέρεται στον κατάλληλο τρόπο προσελεύσεως στα άγια Μυστήρια, στην προσπάθεια να τηρούμε τις εντολές του Χριστού στην καθημερινή μας ζωή, και στον αγώνα να διατηρούμε ανόθευτη την ορθόδοξη πίστη.



Αυτοί οι λόγοι του Ιωσήφ Βρυεννίου αναφέρονται και σε μας, αφού τόσο στην εθνική, όσο και στην οικογενειακή και προσωπική μας ζωή, πρέπει να στηριζόμαστε σε πνευματικά θεμέλια. Τα χωρία «μακάριος ο λαός ου εστι βοηθός Κύριος ο Θεός αυτού» και «μακάριοι πάντες οι φοβούμενοι τον Κύριον» έχουν πνευματική εφαρμογή και συνιστούν τον λεγόμενο πνευματικό νόμο. Εάν ζούμε απρεπώς, τότε ο Θεός προς παιδαγωγία και από αγάπη επιτρέπει διάφορα δεινά για να μετανοήσουμε.



Ο προφητικός λόγος του διδασκάλου του γένους μας Ιωσήφ Βρυεννίου είναι επίκαιρος.

Φρένο στα σχέδια των οικουμενιστών & Η ‘’αδελφή εκκλησία’’ και ο άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης, Γράφει ο Φώτης Μιχαήλ, ιατρός



Φρένο στα σχέδια των οικουμενιστών.
Γράφει ο Φώτης Μιχαήλ, ιατρός
Η λεγομένη ‘’Αγία και μεγάλη σύνοδος’’ της Κρήτης, ως  εκκλησιαστικό ιστορικό γεγονός, αποτελεί πλέον παρελθόν. Δεν αποτελούν, όμως, παρελθόν τα αποτελέσματα και οι συνέπειές της.  
Ήδη, τα πορίσματα και οι αποφάσεις της ‘’συνόδου’’ άρχισαν να μπαίνουν σε εφαρμογή. Μια εφαρμογή, που ξαναφέρνει ζωηρά στο προσκήνιο την προαιώνια διελκυστίνδα φιλενωτικοί-ανθενωτικοί, οικουμενιστές-παραδοσιακοί. Έτσι, το μεν ακατήχητο μέρος του λαού μας, έχει περιπέσει σε πρωτοφανή σύγχυση, ο δε έντιμος κλήρος και οι περί αυτόν πιστοί βρίσκονται σε κατάσταση πνευματικής ετοιμότητας και έντονου προβληματισμού.
Τα γεγονότα, τα μετασυνοδικά, μιλάνε από μόνα τους:
α) Αγιορείτες μοναχοί, αλλά και παππάδες Ιερών Μητροπόλεων, συκοφαντούνται, διώκονται και τρομοκρατούνται, για τον αγώνα τους τον αντιαιρετικό, για την καταπολέμηση κυρίως της παναίρεσης του οικουμενισμού, για το Πατερικό τους φρόνημα. (1,2)
β) Πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι και μητροπολίτες, απροκάλυπτα πλέον, θαυμάζουν και επαινούν την διοργάνωση από αιρετικούς, χριστιανικού τάχα συνεδρίου στην ‘’μεικτή μοναστική κοινότητα’’ του Μποζέ. (3,4)
γ) Έλληνες μητροπολίτες δηλώνουν περιχαρείς και ανερυθρίαστα, ότι ‘’επιτέλους λύθηκε το πρόβλημα των μεικτών γάμων και έτσι οι χριστιανοί(;) θα μπορούν να παντρεύονται ελεύθερα μεταξύ τους’’. (5)
δ) Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος καμαρώνουν ‘’συνοδικώς’’ για το έργο του ‘’παγκοσμίου συμβουλίου εκκλησιών’’, την ‘’κουρελού του διαβόλου’’, όπως έλεγε ο Άγιος γέροντάς μας Παΐσιος. (6)
ε) Καρδινάλιοι και πάστορες την πρώτη της Ινδίκτου, σύμφωνα με ανάρτηση του επισήμου ιστολογίου του Πατριαρχείου μας, ‘’εκκλησιάζονται’’ και ‘’συμπροσεύχονται’’ μέσα στον Πατριαρχικό μας Ιερό Ναό, σε ώρα Εσπερινού και Θείας Λειτουργίας, λες και κατέχουν Αποστολική διαδοχή, λες και φέρουν Ιεροσύνη, λες και μετανόησαν για τις πλάνες τους και ζήτησαν με συντριβή να γυρίσουν πίσω στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. (7)
στ) Πατριάρχες και επίσκοποι, ‘’συνοδική αποφάσει’’, αναγνωρίζοντας εκκλησιαστικότητα σε αμετανόητους αιρετικούς,  αποκαλούν τους παπικούς, τους προτεστάντες και τους μονοφυσίτες ‘’αδελφές εκκλησίες’’ και συμπροσεύχονται μαζί τους. (7,8)
ζ) Επίσκοποι του Πατριαρχικού Θρόνου, παραθεωρώντας αποφάσεις Συνόδων και περιφρονώντας σχετικές διδασκαλίες των Αγίων μας, δηλώνουν ότι ‘’οι Ορθόδοξοι και οι ρωμαιοκαθολικοί είμαστε οι δύο πνεύμονες της Μίας Εκκλησίας’’. (9)
η) Ο πάπας, ο μεγαλύτερος εχθρός της Ορθοδοξίας μας κατά τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και όχι μόνον, εκφράζει δημοσίως την ευαρέσκειά του για τα αποτελέσματα της ‘’αγίας και μεγάλης συνόδου’’, και οι περισσότεροι από τους δικούς μας πνευματικούς ταγούς δέχονται τους επαίνους αυτούς, χωρίς ίχνος προβληματισμού. (10,11)

Ο στοχασμός, η πατερικότητα και η παράδοση στο έργο του Ε. ΒούλγαρηΠρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός,


Ο στοχασμός του Βούλγαρη
Η σκέψη του Βούλγαρη και οι πρακτικές εφαρμογές της δίνουν την εντύπωση της κίνησης του εκκρεμούς. Διότι πάντα κινείται μεταξύ δυο πόλων, της νεωτερικότητας (στο πλαίσιο της εποχής του, βεβαίως) και της πατερικής παραδοσιακότητας. Αυτή την ταλάντευση του Βούλγαρη επεσήμανε εύστοχα ο Ευάγγελος Παπανούτσος: «Ορθολογιστής, αλλά και θαυμαστής της εμπειρικής μεθόδου στην έρευνα του φυσικού κόσμου, εμπιστεύεται στην αποδεικτική δύναμη του πειράματος και του μαθηματικού λογισμού, αλλά δεν αμφισβητεί και τις a priori ιδέες, που δεν τις γεννά μόνο η ψυχή, αλλά και προσφέρει έτοιμες στο πνεύμα η Θεία Αποκάλυψη»[5].
Είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, ότι ο Βούλγαρης προσφέρει ρητά το περιβόητο – και «άγραφο» φυσικά – «πίστευε και μή έρευνα», ως προς τα υπερφυσικά, στην ορθόδοξη κατανόηση και εφαρμογή του. «Πίστευε μόνον, ότι είναι (παράδεισος και κόλαση) και μή ερεύνα πού είναι[6]!
Δεν λέγει όμως τίποτε περισσότερο από αυτό που δίδαξε ο συνόμιλός του στην επιστήμη Μέγας Φώτιος: Πίστει γάρ και ού πολυπραγμοσύνη τα θεία της Γραφής παραδεξόμεθα λόγια, και ού διά το υπέρ την ημετέραν κατανόησιν είναι των παραδεδομένων την δύναμιν αθετείν ταύτα ανεχόμεθα»[7].
corfu
Πατερικός
Αρχή του Βουλγάρεως ήταν: «Αληθές γάρ το υπό Θεού μαρτυρούμενον υπέρ παν το υπό της ανθρωπίνης ασθενείας εικαζόμενον»[8]. Με αυτή την αρχή απορρίπτει το Κοπερνίκειον σύστημα: «μείζων γάρ η της Γραφής μαρτυρία, οιασούν ανθρωπείου νού δεξιότητος […]»[9]. Η κοσμολογία του Βουλγάρεως είναι καθαρά βιβλική[10]. «Το στερέωμα δεδημιούργηται υπό του Θεού (πρβλ. Γέν. 1, 6)· στερέωμα δε ού μόνον η έναστρος σφαίρα, αλλά και η των πλανητών σφαίρα ακούει»[11].
Στις θέσεις αυτές είναι έκδηλα πατερικός, φανερώνοντας συνειδησιακή ταύτιση με τον Μ. Βασίλειο[12]. Αυτό που οδηγεί τον Βούλγαρη στη σκέψη του είναι η παράδοση της Εκκλησίας του, νοούμενη από αυτόν όχι ως στείρα «συντήρηση», αλλ’ ως συνέχεια ενός τρόπου νοηματοδοτήσεως του κτιστού, έστω και αν αυτό μπορεί εύκολα να χαρακτηρισθεί «biblischer Fundamentalismus» (βιβλικός φουνταμενταλισμός)[13].
Αντίθετα, οι συντηρητικοί μόνιμα θα τον υποψιάζονται και θα είναι πάντα επιφυλακτικοί απέναντί του[14] θεωρώντας τον «νεωτεριστή». Και αυτός ο Πατριάρχης Γρηγόριος ΣΤ΄ λ.χ. θα εμποδίσει τη μετάφραση έργου του Βουλγάρεως στην τουρκική, ως «φιλελευθέρου»[15]. Και αυτό το Νοέμβριο του 1839! Η πατερικότητα και ορθοδοξοκεντρικότητα όμως του Βουλγάρεως φαίνονται σ’ όλες τις επιλογές του.
Ορθόδοξος
Ο Βούλγαρης ανήκε ολόκληρος στην «ανατολική παράταξη»[16] των Ορθοδόξων. Αυτό ισχύει και για τη στάση του έναντι του Βολταίρου. Δεν πρέπει, μάλλον, να αναζητούνται «συντηρητικές παραχωρήσεις»[17] στον Βούλγαρη, ή έστω «συντηρητική αναδίπλωση»[18].Η εσωτερική στάση του έναντι του Βολταίρου[19] είναι αμετάτρεπτη. Ποτέ δεν τον απεδέχθη ολόκληρο, διότι γνώριζε τι εξέφραζε ο Βολταίρος («Ο Βολτάριος πάντοτε είναι Βολτάριος, καλά κακοίς συναναφύρων»)[20]. Παραλαμβάνει γι’ αυτό από αυτόν την κριτική κατά της Παλαιάς Ρώμης, μένοντας όμως αλληλέγγυος μαζί της, όπου είναι κοινή η αντιμετώπιση του αδιαφορισμού, που ενσάρκωνε ο Βολταίρος. Εισάγοντας δε στην Ελληνική τον όρο «ανεξιθρησκεία» (1764) δεν εξελληνίζει μόνο, αλλά και εκχριστιανίζει τον ουδέτερο όρο «tolerantia». Ο Βολταίρος λειτουργεί για τον Βούλγαρη ως πρόκληση, θετική και αρνητική, και ποτέ ως πρότυπο. Κάτι ανάλογο ισχύει και στη στάση του Κ. Οικονόμου έναντι του Αδ. Κοραή[21].
Παραδοσιακός
Την παραδοσιακότητά του μαρτυρούν ιδιαίτερα τα θεολογικά του έργα[22]. Γράφει κατά της δυτικής θεολογίας ως υπέρμαχος της πίστεως της Εκκλησίας του, πάντοτε όμως χωρίς φανατισμό. Η στάση, τον οδηγεί στον Νικόδημο και όχι στον Πάριο, μολονότι ο Podskalsky[23] τον χαρακτηρίζει «σφόδρα αντιλατίνο», συντασσόμενο με την αδιάλλακτη παράταξη των οπαδών του «αναβαπτισμού»[24].
Ο Βούλγαρης δεν έπαυσε ποτέ να είναι ορθόδοξος κληρικός[25] βαθύτατα συνδεδεμένος με τη ζωή της Εκκλησίας του, όχι βάσει κάποιας κατευναστικής πολιτικής, αλλά διότι αυτό ήταν το φρόνημά του, ερειδόμενο στην παύλεια αρχή: «Πάντα δοκιμάζετε, το καλόν κατέχετε» (Α΄ Θεσσ. 5,2).Ο «διαφωτιστής» Βούλγαρης σκέπτεται και κινείται ορθόδοξα, σ’ αντίθεση με άλλους Έλληνες, κληρικούς και λαϊκούς, που δεν είχαν σταθερό έρεισμα στην πατερικότητα. Η διάθλαση των διαφερόντων δεν σήμαινε και διάσπαση της συνειδήσεώς του, οι δε αντινομίες του είναι φαινομενολογικές. Ακριβώς το πατερικό φρόνημά του του δίδει την δυνατότητα να συνιστά «σύνθεση ετερόκλητων στοιχείων»[26]. Η πατερικότητα (π.χ. Μ. Βασίλειος) είναι, άλλωστε, κατάφαση της ετερότητας και εκλεκτική πρόσληψή της, χωρίς όμως υποδούλωση στο πρόσλημμα.
(συνεχίζεται)

5. Ε. Παπανούτσου, Νεοελληνική Φιλοσοφία, «Βασική Βιβλιοθήκη», τ. 35, 1959, σ. 29.
6. Στο ίδιο, σ. 4 έ.
7. Αμφιλόχια, ζήτημα ρμθ΄, ξ΄, (Κων. Οικονόμου, τα Αμφιλόχια, ή λόγων ιερών συλλογή…, εκδ. Σοφοκλέους Κ. Οικονόμου, Έν Αθήναις 1858, σ. 228).
8. Ε. Βουλγάρεως, Περί συστήματος…, Βιέννη 1805, σ. 39.
9. Στο ίδιο.
10. Βλ. V. Makrides, Die religiose Kritik, ο.π., σ. 258 έ.ε.
11. Περί συστήματος…, σ. 6.
12. Βλ. Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον, P.G. 29, 3-208.
13. Για το θέμα βλ. εκτενή, ανάλυση στου V. Makrides, ο.π., σ. 568 έ.έ.
14. Π.Κιτρομηλίδης, ο.π., σ. 54 ε.ε.
15. Βλ. G. Podskalsky, Griechische Theologie…, ο.π., σ. 352 (Ήταν το έργο: «Αδολεσχία Φιλόθεος…», 1801, όπου ο Βουλγαρίας ασχολείται με την «Πεντάτευχον» της Π. Δ.).
16. Ο όρος ανήκει στον ιστορικό Δημήτριο Κιτσίκη.
17. Χρ. Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1992, σ. 162.
18. Π. Κιτρομηλίδης, ο.π., σ. 187. Πρβλ. V. Makrides, ο.π., σ. 239.
19. Για τό θέμα βλ. στου V.Makrides, σ. 237 έ.έ.
20. Ε. Βουλγάρεως, Περί των Διχονοίων των εν ταις Εκκλησίαις της Πολωνίας…, Λειψία 1768, Πρόλογος. Βέβαια, στη Λογική του (σ. 311, σημ. 1) το 1766 έγραφε: «ο καθ’ ημάς εν ευκλεία περιών Ούολταίριος». Πιστεύω, ότι έχει δόση φιλικής ειρωνείας αυτή η φράση, διότι η «αλλαγή» στάσεως εντός δυο-τριών ετών είναι ανεξήγητη.
21. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνού, Σχέσεις και αντιθέσεις, Αθήνα 1998, σ. 63 έ,έ. – Ο Κων. Οικονόμος έναντι του Αδαμαντίου Κοραή,.
22. Βλ. γι’ αυτά στου G. Podskalsky, ο.π.
23. Για τις θέσεις του Β. στο Βιβλιάριον κατά Λατίνων βλ. στου Μ. Knapp, ο.π.,σ. 81 ε.ε. Ο G. Podskalsky (σ. 346 έ.) θεωρεί το έργο αυτό ως «μία από τις αδυναμίες του Βούλγαρη, πού αδικεί τις άλλες ικανότητές του» (σελ. 347).
24. Ο.π., σ. 347. Για το ζήτημα του «αναβαπτισμού» βλ. π. Γ. Μεταλληνού, Ομολογώ εν βάπτισμα, Αθήνα 1996 (Β ‘ έκδοση).
25. M. Knapp, ο.π., σσ. 133-134.
26. Π. Κιτρομηλίδης, Η πολιτική σκέψη, ο.π.: «Σύνθεση ετερόκλητων στοιχείων της παράδοσης και της ανανέωσης, των θρησκευτικών άξιων και του φιλοσοφικού ορθολογισμού, του αυστηρότερου αρχαϊσμού με το ενδιαφέρον για τις θετικές επιστήμες, του μεσσιανισμού της λαϊκής χρησμολογίας και της διεισδυτικής ανάλυσης των σύγχρονων διεθνών συγκυριών». Αυτό όμως είναι η Πατερική ποιμαντική πράξη.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

ΛΥΧΝΟΣ ΦΑΙΝΩΝ ΕΝ ΑΥΧΜΗΡΩ ΤΟΠΩ


  Το φως είναι ζωτικό στοιχείο για την ύπαρξή μας. Μολονότι την παρουσία του τη θεωρούμε αυτονόητη, αν σταθούμε σ’  αυτήν, θα καταλάβουμε πόσα οφείλουμε στο φως. Τη δυνατότητα να είμαστε δημιουργικοί με την εργασία μας. Να είμαστε κοινωνικοί συναντώντας τους άλλους ανθρώπους και βλέποντας τα πρόσωπά τους. Να εντάσσουμε τον εαυτό μας στον κόσμο, βλέποντας την ομορφιά της φύσης.  Την ευεξία και τη σωματική ανάπτυξη, καθώς ο ανθρώπινος οργανισμός χρειάζεται το φως για να μεγαλώσει και να ωριμάσει. Όποιος ζει στο σκοτάδι, γίνεται καχεκτικός. Το φως όμως γίνεται και πηγή χαράς και ζωής εντός μας. Στο φως υπάρχει η ελευθερία.  Στο φως αισθανόμαστε ότι έχει νόημα το να ζεις, καθώς η ομορφιά του ανανεώνει τα βάθη της ψυχής μας.  Και είναι το φως η βάση για να δούμε τον εαυτό μας. Μας κάνει διάφανους και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ό,τι είμαστε. Τον χαρακτήρα μας. Τις προτεραιότητές μας. Το τι πιστεύομε. Τα πάθη και τα λάθη μας. «Πάντα πεπλήρωται φωτός», αν είμαστε τέκνα φωτός.

Ο Άθως και το Θαβώρ (Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)


IMG_0876

Από αιώνες, κάθε χρόνο, την παραμονή της Μεταμορφώσεως, αρκετοί μοναχοί αναχωρούν από την Μεγίστη Λαύρα με ζώα φορτωμένα με τρόφιμα, σκεπάσματα και λειτουργικά σκεύη και ανεβαίνουν προς την «’Αγίαν κορυφήν» του Άθωνα, σε ύψος 2.033 μέτρων, επάνω από τα σύννεφα, όπου βρίσκεται ένα μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Εκεί, την άλλη μέρα το βράδυ, θα κάνουν την ολονύχτιον αγρυπνίαν με τρόπο παρόμοιο προς όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους. Ανεβαίνοντας σιγά-σιγά, όπως τότε, οι Απόστολοι ανέβαιναν με τον Ίησούν «εις όρος υψηλόν» (Ματθ. 17, 1), ψάλλουν τους προεόρτιους ύμνους στο ρυθμό των κωδωνίσκων των μουλαριών: «Δεύτε συνανέλθωμεν τω Ιησού αναβαίνοντι εις το όρος το άγιον…».