Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Ορθόδοξη λειτουργική λαμπρότητα


Γράφει ο Μ. Γ. Βαρβούνης
Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Πολλά ακούγονται και γράφονται για την λαμπρή λειτουργική παράδοση της Ορθοδοξίας. Αλλα είναι ακριβή και άλλα όχι, στα περισσότερα όμως από αυτά διαπιστώνεται μία ριζική σύγχυση ανάμεσα σε όσα αποτελούν τις παλαιότερες ορθόδοξες λειτουργικές μορφές και σε όσα δημιουργήθηκαν στο πέρασμα των αιώνων, ιδίως μετά την άλωση του 1453, οπότε οι λειτουργικές μορφές εμπλουτίστηκαν, καθώς στη συνείδηση του Γένους υποκαθιστούσαν και μεγάλο μέρος του χαμένου πλέον δημόσιου αυτοκρατορικού τυπικού.
Βέβαια, όπως έχουμε γράψει πολλές φορές, η παράδοση αποτελεί δυναμικό ρεύμα που επιδέχεται ανανέωση και τροποποίηση, γι’ αυτό και είναι πραγματικότητα ζωντανή, σε διαλεκτική σχέση προς τις συνθήκες της κοινωνίας που τη συντηρεί και την αναπαράγει. Το ζήτημα όμως είναι σε ποιο βαθμό αφήνεται να λειτουργήσει με βάση τους νόμους που τη διέπουν και σε ποιο βαθμό αποτελεί κατασκευή, που σχεδιάζεται ώστε να εξυπηρετεί σκοπούς συλλογικούς και προσωπικές στρατηγικές, επενδύοντάς τα με τον εξαγνιστικό μανδύα μίας δήθεν «παράδοσης».
Φυσικά το πρόβλημα αυτό υφίσταται και στην περίπτωση της εκκλησιαστικής παράδοσης, υπό την έννοια ότι και αυτή διαμορφώνεται. Και είναι βέβαια αναντίρρητο ότι η ορθόδοξη λειτουργική παράδοση διακρίνεται από μια ιδιαίτερη λαμπρότητα, το ζήτημα όμως εν προκειμένω είναι η ισορροπία μεταξύ πνευματικής και υλικής λαμπρότητας, η οποία δίνει τον τόνο στην όλη σύνθεση. Κι αυτό επειδή στη διάρκεια της ζωής μου έχω δει ολιγογράμματους πιστούς ιερείς να λειτουργούν ακτινοβολώντας πίστη, κατάνυξη και ευλάβεια μέσα στα τριμμένα άμφιά τους και μεγαλοσχήμονες νεαρούς και σπουδασμένους λειτουργούς, περιβεβλημένους με άμφια χρυσοπόρφυρα, να χάνονται μέσα στην ανυπαρξία πνευματικής λάμψης.
Πώς νοείται λοιπόν στον χώρο της Ορθοδοξίας η «λαμπρότητα»; Οπωσδήποτε όχι εξαρτημένη από υφάσματα, σταυρούς επιστήθιους, εγκόλπια και άλλα λειτουργικά εξαρτήματα. Ταυτοχρόνως δε και μέσω αυτών, υπό την έννοια της υποταγής της ύλης στους σκοπούς του πνεύματος, και όχι το αντίστροφο. Εννοώ με αυτό την μετρημένη και μετά από περίσκεψη χρήση στοιχείων που σε άλλα περιβάλλοντα δίνουν διαφορετική εντύπωση: αλλιώς φαίνεται στα μάτια του προσκυνητή το στολισμένο καθολικό μίας μονής, που αποτελεί όαση στην έρημο μιας ζωής και πρακτικής λιτής και ασκητικής, και αλλιώς φαντάζει στα μάτια του ενορίτη η μεταφορά και μίμηση των στοιχείων αυτών στην διακόσμηση ενός ενοριακού ναού.
Κι αυτό επειδή στην δεύτερη περίπτωση, και καθώς η ενορία βρίσκεται στο μέσο του θορύβου και της ακαταστασίας της καθημερινότητας, οι στολισμοί αυτοί κατά κανόνα επιτείνουν την αίσθηση της σύγχυσης και δίνουν την εντύπωση όχι μιας όασης, αλλά μίας ακόμη κοσμικής συνάθροισης. Δεδομένου δε ότι ο πιστός θέλει το ναό να εκφράζει την διαφορετικότητα σε σχέση με την καθημερινή του ζωή, τελικά η μεταφορά των μοναστικών στολισμών (χοροί πολυελαίων, ποδιές εικόνων και προσκυνηταρίων κ.λπ.) στις ενορίες, μόνο λίγους ικανοποιούν, αυτούς που συνήθως τους επιζητούν ενοχλώντας σχετικά τους εφημερίους, ενώ τους πιο πολλούς τους απωθούν, καθώς στη συνείδησή τους σχετίζονται με την κοσμική χλιδή και τον αδικαιολόγητο πλούτο.
Η λειτουργική λαμπρότητα της Ορθοδοξίας βρίσκεται λοιπόν στην απλότητα των τρόπων και στον πλούτο των νοημάτων, τα οποία όμως για να αναγνωρίσει και να βιώσει ο πιστός, πρέπει να είναι κατηχημένος και «λιβανισμένος». Το να τον θαμπώνουμε με σκαλίσματα και κεντήματα είναι εύκολο, δύσκολο αλλά απαραίτητο είναι να του καλλιεργήσουμε την ευλάβεια, την ευσέβεια και την προσευχή. Εύκολο επίσης είναι να τον κάνουμε να ασχολείται με το τι και πόσο παλιό είναι το άμφιο του ιερέα ή του αρχιερέα και με το πώς αποδόθηκαν οι λειτουργικοί ύμνοι από τους ιεροψάλτες, αλλά δύσκολο είναι να τον συνηθίσουμε να εντρυφά στα λόγια του Ευαγγελίου και στα νοήματα των ευχών, που δεν έχουν επίδραση όσο δυνατά και αν διαβάζονται από τον λειτουργό, αν δεν απευθύνονται σε πιστούς που τις κατανοούν και τις ενστερνίζονται.
Καιρός είναι λοιπόν να αφήσουμε την εύκολη «μεγαλοπρέπεια» και να βιώσουμε το νόημα της πραγματικής πνευματικής ορθόδοξης λαμπρότητας, πέρα από «στολές» και «επιστήθιους σταυρούς» - πέρα από αυστηρές εντολές νεαρών και κατά κανόνα ανίδεων ιερατικώς προϊσταμένων, οι οποίοι καμιά φορά συμπεριφέρονται σαν να ανακάλυψαν τον τροχό - με διάκριση, πίστη, μελέτη και συναίσθηση της ιερότητας των ακολουθιών.
Κι αυτή η συναίσθηση θα φέρει την βίωση της λειτουργικής λαμπρότητας χωρίς να χρειάζεται η διαμεσολάβηση υλικών όπως υφάσματα, ξύλα και μέταλλα, που αν δεν νοηθούν στην διάσταση της πνευματικής τους λειτουργικότητας παραμένουν απλή και αδρανής ύλη.

π.Σπυρίδων Σκουτής: Ορθόδοξος "ασθενής"


Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η πανδημία του κορονοϊού μας ξεγύμνωσε κυριολεκτικά σε πνευματικό και εκκλησιαστικό επίπεδο. Γίναμε χίλια κομμάτια, απομακρυνθήκαμε ο ένας από τον άλλο και όλα αυτά για να υποστηρίξουμε τον Χριστό και την πίστη!!! Χαλάσανε φιλίες, εκτροχιάστηκαν πνευματικά οι άνθρωποι. Η πανδημία του κορονοϊού έδειξε κάτι που θα μας ξινίσει αν το ακούσουμε αλλά είναι η αλήθεια και θέλει πνευματικά κότσια να το δεχτούμε: “Ότι έχουμε επιφανειακή ορθόδοξη πνευματικότητα”. Αντί να ενωθούμε, διαλυθήκαμε, αντί να είμαστε αγκαλιά, γυρίσαμε τις πλάτες μας ο ένας στον άλλο για το ποιος έχει δίκιο και περισσότερο “Χριστό” στο μυαλό του. Πάσχουμε από καρδιακό βίωμα. Αντί να είμαστε, να μιλάμε και να πράττουμε “«Ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ»” γίναμε χίλια στόματα και κομματιασμένες καρδιές.
Ρίξαμε πυρά σε ιερείς, δεσποτάδες, Συνόδους, Εκκλησίες και αντί όλοι μαζί να είμαστε ένα, ακόμα και στο λάθος, ακόμα και στην κατηφόρα , ακόμα …….. , διαλυθήκαμε.
Πολλοί είναι όσοι έπεσαν στο αμάρτημα της ιεροκατηγορίας. Αυτό που πρέπει να μας απασχολεί περισσότερο δεν είναι το πότε θα ανοίξουν οι Εκκλησίες για να κοινωνήσουμε αλλά να εξομολογηθούμε τον βόρβορο που εξαπολύσαμε για την Εκκλησία, τους ιερείς, τους δεσποτάδες και τους πατριάρχες. Πολλές ρουφιανιές σε ιερείς δεν έγιναν από μουσουλμάνους αλλά από δικούς μας ανθρώπους, ίσως και από ανθρώπους που είχαμε δίπλα μας.
Ούτε ευγένεια δεν έχουμε στη διαφωνία και τη διαφορετικότητα των απόψεων. Η υπακοή καρποφορεί εκεί που διαφωνείς, αλλά δυστυχώς δεν την μπορούμε την υπακοή διότι η χαρά της υπακοής θέλει μετανοημένη καρδιά. Το θέμα δεν είναι να έχεις δίκιο αλλά το πως το εκφράζεις, διότι αν το εκφράσεις λάθος το χάνεις.
Θέλουμε ό,τι θέλουμε εδώ και τώρα. Θέλουμε να κοινωνήσουμε όπως εμείς θέλουμε , θέλουμε τον Χριστό που έχουμε μέσα στο μυαλό μας, θέλουμε την Ορθοδοξία όπως τη φανταζόμαστε. Όλη μας η πνευματική ζωή ένα ΕΓΩ και ένα ΘΕΛΩ.
Πόσοι άνθρωποι προσευχήθηκαν για τους κληρικούς και την Ιερά Σύνοδο;
Σκέφτηκε κανείς τον ιερέα που λειτουργεί με άδεια στασίδια και δακρυσμένη και τραυματισμένη καρδιά; Για τους περισσότερους ο ιερέας είναι ο θρησκευτικός υπάλληλος… τίποτε περισσότερο πέρα από αυτό .
Σκέφτηκε κανείς αυτόν τον άνθρωπο πίσω από το ράσο που προσεύχεται για όλους και δέχεται σφαίρες από παντού ακόμα και από μέλη της οικογένειάς του; Σκέφτηκε κανείς ποτέ αυτόν τον άνθρωπο έστω και στην προσευχή του; Έστω με έναν προσευχητικό λογισμό ;
Ακούσαμε απίστευτα πράγματα ακόμα και να φύγουμε από την Εκκλησία να ανοίξουμε άλλους δρόμους, να σπάσουμε πόρτες Εκκλησιών και να βγούμε στις πλατείες με τα Άγια Ποτήρια.
Τελικά στην Ελλάδα έχουμε πολλές “ατομικές Ορθοδοξίες”. Οι περισσότεροι ψάχνουν “μαγικά” θαύματα για να στηρίξουν κάποια εσωτερική πίστη. Ο ένας πιστεύει στη φλεγόμενη Αγία Τράπεζα που τελικά δεν ήταν από τον τάφο του Γέροντος Εφραίμ, ούτε η φωτιά ήταν το άκτιστο Φως, ο άλλος λέει ότι ήρθε το τέλος του κόσμου και ο αντίχριστος, ο άλλος θέλει Άγιο Φως στο σπίτι του αλλά δεν θέλει να μετανοήσει και να εξομολογηθεί. Άλλος νομίζει ότι κάνοντας ένα σταυρό με λάδι στο παράθυρο του σπιτιού του θα φύγει το κακό από την οικογένειά του αλλά την αγάπη μέσα στο σπίτι του μπορεί να μην θέλει να τη βάλει.
Ουρλιάζουμε για να κοινωνήσουμε τον Χριστό αλλά με το στόμα μας έχουμε θάψει τους μισούς παπάδες της υφηλίου. Θέλουμε όμως να κοινωνήσουμε…
Φωνάζουμε έστω και δικαίως γιατί δεν χτυπάνε οι καμπάνες αλλά έπρεπε σαν ήχος καμπάνας να ακούγονται τα γόνατά μας από τις μετάνοιες αλλά που…
Τα πληκτρολόγια πήραν φωτιά ενώ έπρεπε να είχαμε λιώσει τα κομποσχοίνια…
Νομίζουμε ότι έχουμε τη σωτηρία στο τσεπάκι μας. Έχουμε μια Ορθοδοξία που αν δούμε κάποιον αλλόθρησκο στον παράδεισο θα πούμε στον Χριστό “Είπαμε! ΟΧΙ και έτσι !!! Το παράκανες!!!!”.
Ακούμε πολλές φορές από “Ορθόδοξους Χριστιανούς” και ανθρώπους της Εκκλησίας απίστευτα πράγματα : Να πεθάνουν οι μετανάστες, να κρεμάσουμε τους Ομοφυλόφιλους, να ξυρίσουμε τους παπάδες και τους δεσποτάδες αλλά κατά τα άλλα θέλουμε να κοινωνήσουμε τον Χριστό…
Δεν θέλει κανείς να του δείξω το inbox από το email μου, το viber, το messenger διότι τα λόγια από ανθρώπους που ήθελαν να κοινωνήσουν ντρέπομαι μόνο που τα διαβάζω…
Ύβρεις από αγνώστους απλά επειδή φοράμε ράσο και δεν βγήκαμε με τα καλάσνικοφ για να ανοίξουμε τις πόρτες των Εκκλησιών και να κηρύξουμε πόλεμο κατά των αντίχριστων.
Δεν ξέρω τι συμβαίνει αλλά είδα σε πολλές περιπτώσεις περισσότερο Χριστό σε ανθρώπους που χαρακτήριζαν τον εαυτό τους “άθεο” και περισσότερο σκοτάδι σε ανθρώπους που έκαναν μεγάλους σταυρούς και καμάρωναν ότι ήταν και άνθρωποι της Εκκλησίας. Τελικά όμως αυτοί οι άθεοι δεν ήταν άθεοι απλά απέρριπταν τον Θεό των Φαρισαίων.
Υπάρχουν όμως ακόμα ψυχούλες που το λέει η καρδιά τους αλλά δεν τον λένε σε κανέναν παρά μόνο ψιθυριστά στην εικόνα του Κυρίου. Χαίρομαι όταν συναντώ πιστούς που έχουν υγιή πίστη με γνώση αλλά και με μετάνοια. Αυτές οι ψυχές διασώζουν το γνήσιο Ορθόδοξο φρόνημα.
Σε έναν κόσμο βαβούρας, χάους, τελικά ο καλύτερος δρόμος είναι αυτός της σιωπής, της υπακοής και της προσευχής…. αλλιώς χάνεσαι τελείως και σε τρώει το τέρας της υπερηφάνειας και της αυτοδικαιώσεως που νομίζει ότι πιστεύει στον Χριστό αλλά το παίζει Χριστός ο ίδιος, δηλαδή είναι στην ουσία αντίχριστος.
Εύχομαι το αναστάσιμο Φως να φανερώσει τα χάλια μας και να τα θεραπεύσουμε… Χριστός Ανέστη!

Πηγή: euxh.g| Ι.Μ.Λαρίσης

Ο άνθρωπος που αισθάνεται τύψεις και ενοχές για τις αμαρτίες του…


Ο άνθρωπος που αισθάνεται τύψεις και ενοχές για τις αμαρτίες του...
Ο άνθρωπος που αισθάνεται τύψεις και ενοχές για τις αμαρτίες του…
Μια προσεκτική εξέταση του εαυτού μας μπορεί να αποβεί λυτρωτική. Όμως κι εδώ υπάρχει μια παγίδα. Αναλογιζόμενοι τις αμαρτίες μας και την κατάντια μας πολλές φορές κατακλυζόμαστε από βαριά αισθήματα ενοχής.

Η κατάσταση αυτή της ενοχής δεν έχει σχέση με την αληθινή μετάνοια , αλλά μπορεί να οδηγήσει στην αίρεση, γιατί δηλώνει: α) φόβο για την επερχόμενη τιμωρία , από μέρους του Θεού (δηλαδή, τελικά, ο Θεός δεν είναι πατέρας που μας περιμένει με ανοιχτή την αγκαλιά, αλλά μόνον αδυσώπητος δικαστής και σκληρός τιμωρός), και β) αμαρτωλή έπαρση και εγωισμό («πώς είναι δυνατόν εγώ να έχω κάνει τέτοια αμαρτία…!»).
Ο άνθρωπος που αισθάνεται τύψεις και ενοχες, μάλλον δύσκολα μπορεί να δεχτεί το έλεος του Θεού. Και τότε ζητάει εξιλεωτικές τιμωρίες.
Ο άσωτος της παραβολής , συναισθανόμενος την κατάστασή του, δεν αισθάνεται ενοχή, αλλά λύπη.
Λύπη για την κατάστασή του∙ λύπη γιατί έθλιψε τον πατέρα του και δεν στάθηκε άξιος της αγάπης του. Γνωρίζει πως ο πατέρας του συνεχίζει να τον αγαπάει. Έχει την βεβαιότητα ότι θα τον ξαναδεί γι’ αυτό και παίρνει την απόφαση να επιστρέψει.
Μητροπολίτου Αργολίδος Νεκταρίου
Μετάνοια και Εξομολόγηση. Επιστροφή στο Θεό και στην Εκκλησία του
Εκδόσεις Επιστροφή

Άγιος Νεκτάριος: Ο αχάριστος είναι αναίσθητος


Άγιος Νεκτάριος: Ο αχάριστος είναι αναίσθητος
Άγιος Νεκτάριος: Ο αχάριστος είναι αναίσθητος
Αγνωμοσύνη είναι η λησμοσύνη τής ευεργεσίας που έγινε και η έλλειψη κάθε φιλικού αισθήματος
Αχαριστία είναι η απροθυμία να ανταποδώσει κανείς τη χάρη που έλαβε.
Ο αγνώμων έχει αναίσθητη ψυχή, γιατί είναι αναίσθητος στην ευεργεσία που δέχτηκε. Ο αγνώμων έχει ασυμπαθή καρδιά, γιατί καμιά συμπάθεια δεν γεννιέται για τον ευεργέτη, ούτε αναπτύσσεται κανένα συναίσθημα αγάπης προς αυτόν. Η καρδιά του είναι άδεια από αγάπη.
Ο αγνώμων δεν αγαπάει ούτε τον Θεό που τον γέμισε με αγαθά ικανοποιώντας τις επιθυμίες του. Γιατί αφού τον ευεργέτη του που βλέπει δεν αγαπάει, πώς θα μπορούσε να αγαπάει τον Θεό που δεν βλέπει;
Ο αγνώμων έχει διεστραμμένο μυαλό, γιατί πείθει τον εαυτό του με παραλογισμούς, ότι δεν οφείλει καμιά χάρη στον ευεργέτη του και καμιά ευγνωμοσύνη.

Τελείωση και πτώση: Αποτυχία θέωσης και όχι υπακοής π. Ι. Ρωμανίδης


Μετάφραση στη Δημοτική αποσπάσματος της Εισαγωγής 
της β΄ έκδ. του βιβλίου "Το προπατορικό αμάρτημα".


(...) Οι Πατέρες και συγγραφείς της υπό εξέταση περιόδου (των πρώτων χριστιανικών αιώνων) πραγματεύονται το θέμα για την πτώση υπό τις συνηθισμένες μορφές της βιβλικής παράδοσης144, επιπλέον όμως προσθέτουν ορισμένα ουσιαστικά στοιχεία για τον Χριστιανισμό, τα οποία πήραν από την διδασκαλία του Χριστού για τον ανθρώπινο προορισμό. 
Δεν ερμηνεύουν, δηλαδή, το έργο του Χριστού σύμφωνα με ορισμένες φιλοσοφικές προκαταλήψεις σχετικά με τον Αδάμ ή τον άνθρωπο, όπως συνηθίζεται πλέον στη δύση, αλλ' ο Αδάμ ερμηνεύεται από την άποψη του Χριστού. Δεν είναι ο πρώτος Αδάμ το κλειδί της Καινής Διαθήκης. Αντιθέτως ο δεύτερος Αδάμ είναι το κλειδί της Παλαιάς Διαθήκης. Το κάλυμμα της Παλαιάς Διαθήκης μόνο «εν Χριστώ καταργείται»145. Έτσι η απαγορευτική εντολή που δόθηκε στον Αδάμ και την Εύα από τον Θεό ερμηνεύεται με αυτόν τον τρόπο από τους πρώτους Χριστιανούς, ώστε να μεταμορφωθεί ο φαινομενικά αρνητικός χαρακτήρας της σε θετικό.
Σύμφωνα με αυτά ο Θεόφιλος Αντιοχείας επιδέξια συναρμολογεί τα σχετικά με την πτώση που περιγράφονται στη Γένεση με τα περί ηθικής τελείωσης της Καινής Διαθήκης και διατυπώνει την άποψη, ότι ο Θεός έβαλε τον άνθρωπο στον παράδεισο, για να γίνει τέλειος και μέσω της τελείωσης να φθάσει στη θέωση146.
«Μετέθηκεν δε αυτόν ο Θεός εκ της γης, εξ ής εγεγόνει, εις τον παράδεισον, διδούς αυτώ αφορμήν προκοπής, όπως αυξάνων και τέλειος γενόμενος, έτι δε και θεός αναδειχθείς, ούτω και εις τον ουρανόν αναβή… έχων αϊδιότητα. Το δε ειπείν “εργάζεσθαι” ουκ άλλην τινά εργασίαν δηλοί αλλ’ ή το φυλάσσειν την εντολήν του Θεού…»147.
(Μετάφραση: "Αλλά τον μετέθεσε ο Θεός από τη γη από την οποία έγινε, στον παράδεισο, δίνοντάς του αφορμή προκοπής, έτσι ώστε αυξάνοντας και γινόμενος τέλειος, ακόμα και θεός αναδεικνυομενος, έτσι και στον ουρανό να ανεβεί... έχοντας αϊδιότητα. Όσο για το "εργάζεσθαι" που ειπώθηκε, δεν δηλώνει καμία άλλη εργασία, αλλά μάλλον το να φυλάει την εντολή τού Θεού...")
Η εντολή, για τον Θεόφιλο, είναι ένα από τα μέσα της τελειοποίησης και θέωσης του ανθρώπου. Το ξύλο [=δέντρο] της γνώσης δεν ήταν κάτι το αρνητικό, που υπάρχει δήθεν με σκοπό να θανατώσει τον άνθρωπο, εάν τυχόν παρέβαινε την αστυνομική διάταξη του Θεού και έτρωγε από αυτό.
«Το μεν ξύλον το της γνώσεως αυτό μεν καλόν και ο καρπός αυτού καλός. Ου γάρ, ως οίονταί τινές, θάνατον είχεν το ξύλον, αλλ’ η παρακοή. Ου γάρ τι έτερον ήν εν τω καρπώ ή μόνον γνώσις. Η δε γνώσις καλή, επάν αυτή οικείως τις χρήσηται»148.
(Μετάφραση: "Το μεν ξύλο τής γνώσεως, αυτό μεν ήταν καλό και ο καρπός του καλός. Επειδή δεν είχε θάνατο το ξύλο, (όπως νομίζουν μερικοί), αλλά η παρακοή. Επειδή τι άλλο υπήρχε στον καρπό, παρά μόνο γνώση; Και η γνώση είναι καλή, αν κάποιος τη χρησιμοποιήσει σωστά".)
 
Ο Θεός απαγόρευσε το ξύλο [=το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, κατά την Παλ. Διαθήκη] όχι επειδή ήταν κακό καθ’ εαυτό και θανατηφόρο για τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος που δεν τελειοποιήθηκε, δεν ήταν ακόμα σε θέση ν' αφομοίωσει κατάλληλα τις γνώσεις από το ξύλο. Ο άνθρωπος, όντας ακόμα νήπιος σύμφωνα με τον Θεόφιλο, είχε ανάγκη αρκετής πνευματικής άσκησης και δοκιμασίας, για να φθάσει στη δυνατότητα να φάει ακίνδυνα από το ξύλο της γνώσης.
«Διό ουχ ως φθονών αυτώ ο Θεός, ως οίονταί τινες, εκέλευσεν μη εσθίειν από τη γνώσεως. Έτι μην και εβούλετο δοκιμάσαι αυτόν, ει υπήκοος γίνεται τη εντολή αυτού»149.
(Μετάφραση: "Γι' αυτό ο Θεός δεν τον διέταξε να μη φάει από τη γνώση, σαν να τον φθονεί, όπως νομίζουν μερικοί. Ακόμα ούτε και βουλόταν να τον δοκιμάσει, αν θα είναι υπάκουος στην εντολή Του."
Παρακούοντας όμως ο άνθρωπος την εντολή του Θεού για την τελείωση και ακολουθώντας τη μέθοδο θέωσης που υποδείχθηκε από τον διάβολο, αστόχησε πλέον στον αρχικό του προορισμό και αντί να γίνει αθάνατος έγινε θνητός. Έτσι «αυτός εαυτώ αίτιος ή του θανάτου»150. (Μετάφραση: αυτός ήταν για τον εαυτό του αίτιος τού θανάτου"). 
«Άλλως τε επάν νόμος κελεύση απέχεσθαι από τινος και μη υπακούη τις, δήλον ότι ουχ ο νόμος κόλασιν παρέχει, αλλά η απείθεια και η παρακοή»151. (Μετάφραση: "Άλλωστε, όταν νόμος δίνει εντολή να απέχει κάποιος από κάτι και αυτός δεν υπακούει, είναι φανερό ότι δεν τιμωρεί ο νόμος, αλλά η απείθεια και η παρακοή"). 
Είναι φανερό ότι καθόλου δεν σκεφτόταν ο Θεόφιλος περί της πτώσης σαν να επρόκειτο για σχέση μεταξύ πολιτών και αστυνομίας. Η πτώση γι’ αυτόν είναι η αποτυχία του ανθρώπου να γίνει τέλειος, εξαιτίας της προσβολής από τον σατανά εναντίον των απατηθέντων πρωτοπλάστων, και κατά συνέπεια η κυριαρχία του θανάτου και της φθοράς πάνω στους ανθρώπους.
Εικ. από εδώ
Ο Άγιος Ειρηναίος πραγματεύεται το δόγμα για την πτώση κατά την ίδια μέθοδο με το Θεόφιλο, αλλά λεπτομερέστερα. Κατά τον Επίσκοπο Λουγδούνων οι πρωτόπλαστοι δεν δημιουργήθηκαν ηθικώς τέλειοι, επειδή απλούστατα αυτό θα σήμαινε έλλειψη ελεύθερης βούλησης, ενώ οι πράξεις των ανθρώπων στην πραγματικότητα δεν θα είχαν καμία ηθική σημασία. «Ούτως… η αγαθότης αυτών ουδεμίαν θα είχε σημασίαν, διότι θα ήτο της φύσεως αυτών και ουχί της βουλήσεως. Θα ήσαν μεν ούτοι κάτοχοι του αγαθού αυτομάτως ουχί δε δια της εκλογής»152. Ούτε όμως πλάσθηκαν φύσει ατελείς, διότι τότε ο Θεός θα ήταν αίτιος της πτώσης.
«Ει φύσει οι μεν φαύλοι, οι δε αγαθοί γεγόνασιν, ούθ’ ούτοι επαινετοί, όντες αγαθοί, τοιούτοι γαρ κατεσκευάσθησαν· ούτ’ εκείνοι μεμπτοί, ούτω γεγονότες. Αλλ’… οι πάντες της αυτής εισί φύσεως, δυνάμενοι τε κατασχείν και πράξαι το αγαθόν, και δυνάμενοι πάλιν αποβαλείν αυτό και μη ποιήσαι»153.
"Εάν οι μεν φαύλοι, αλλά και οι αγαθοί, έγιναν έτσι εκ φύσεως, τότε ούτε αυτοί είναι επαινετοί επειδή είναι αγαθοί, (αφού έτσι κατασκευάσθηκαν), ούτε οι άλλοι μεμπτοί, (επειδή έτσι έγιναν). Όμως... οι πάντες είναι τής ίδιας φύσεως, ώστε να μπορούν να κατακτήσουν και να πράξουν το αγαθό, και με τη δυνατότητα πάλι, να το αποβάλλουν και να μη το πράξουν".
Παρ’ όλα αυτά, ο προορισμός του ανθρώπου δεν ήταν να μείνει, όπως τον έκτισε ο Θεός, αφού πλάσθηκε για να γίνει τέλειος και έτσι να θεοποιηθεί· πλάσθηκε όμως για να γίνει τέλειος, όχι επειδή ήταν φύσει ελαττωματικός και ηθικά στερημένος, αλλά επειδή η ηθική τελείωση πραγματοποιείται μόνο σε κατάσταση πλήρους ελευθερίας154.
«…Την αρχήν ο μεν Θεός δυνατός ήν διδόναι το τέλειον τώ ανθρώπω, εκείνος δε άρτι γεγονώς, αδύνατος ήν λαβείν αυτό, ή και λαβών χωρήσαι, ή χωρήσας κατασχείν… Ου περί τον Θεόν μεν το αδύνατον και ενδεές, αλλά περί τον νεωστί γεγονότα άνθρωπον, ότι μη αγένητος ήν. Τέλειος γαρ ο αγέννητος· ούτος δε εστί Θεός. Έδει δε τον άνθρωπον πρώτον γενέσθαι, και γενόμενον αυξήσαι, και αυξήσαντα ανδρωθήναι, και ανδρωθέντα πληθυνθήναι, και πληθυνθέντα ενισχύσαι, και ενισχύσαντα δοξασθήναι, και δοξασθέντα ιδείν τον εαυτού Δεσπότην»155.
(Μετάφραση: "Ο μεν Θεός ήταν δυνατός να δώσει από την αρχή το τέλειο στον άνθρωπο, όμως εκείνος έχοντας γίνει πρόσφατα, αδυνατούσε να το λάβει, ή λαμβάνοντάς το, να το αφομοιώσει, ή αφομοιώνοντάς το, να το κάνει κτήμα του... Δεν σχετίζεται με τον Θεό το αδύνατο και το ελλειπές, αλλά με τον άνθρωπο που έγινε πρόσφατα, επειδή δεν είναι άναρχος. Επειδή ο άναρχος είναι τέλειος, και αυτός είναι ο Θεός. Έτσι έπρεπε ο άνθρωπος πρώτα να φτιαχθεί, και αφού φτιαχθεί να μεγαλώσει, και αφού μεγαλώσει να ανδρωθεί, και αφού ανδρωθεί να πληθυνθεί, και αφού πληθυνθεί να ενισχυθεί, και αφού ενισχυθεί να δοξασθεί, και αφού δοξασθεί, να μπορέσει να δει τον Δεσπότη του").
Όπως ο Θεός είναι τέλειος κατά πάντα και ελεύθερος από κάθε ανάγκη, έτσι και ο άνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού, για να αποκτήσει την τελείωση, χωρίς όμως να βιάζεται από κανέναν. «Ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπον ελεύθερον απ’ αρχής, και κεκτημένον την δύναμιν, ως κέκτηται την ιδίαν αυτού ψυχήν, να υπακούη εκουσίως εις τας εντολάς του Θεού, ουδέ δια της του Θεού βίας· διότι δεν υπάρχει βία παρα τώ Θεώ, αλλά μόνον ευδοκία υπάρχει αιωνίως παρ’ Αυτώ»156. Ο Θεός καθοδηγεί τους ανθρώπους όχι αναγκαστικά, αλλά με συμβουλές, νουθεσίες και εντολές. «Ταύτα γαρ πάντα το αυτεξούσιον επιδείκνυσι του ανθρώπου, και το συμβουλευτικόν του Θεού… αποτρέποντος μεν του απειθείν αυτώ, αλλά μη βιαζομένου»157. (Μετάφραση: Επειδή όλα αυτά επιδεικνύουν το αυτεξούσιο τού ανθρώπου, και το συμβουλευτικό τού Θεού... που αποτρέπει μεν την απείθεια σ' αυτόν, αλλά χωρίς να τον αναγκάζει").
 
Στις παραπάνω απόψεις περί των σχέσεων μεταξύ τελείωσης και πτώσης δεν παρουσιάζεται το αδιέξοδο158 που δημιουργήθηκε από τον Αυγουστίνο. Στους συγγραφείς που εξετάζουμε δεν πρόκειται για πτώση από την ήδη αποκτηθείσα ιδιοτελή ευδαιμονία, αλλά για πτώση από την οδό προς την τελείωση. Ο άνθρωπος δηλαδή δεν έπεσε από την απολύτως ικανοποιημένη επιθυμία στην ανεκπλήρωτη επιθυμία, αλλ’ αστόχησε στον προορισμό του και έπεσε κάτω από την εξουσία του θανάτου. Η αστοχία αυτή του προορισμού δεν σημαίνει αποτυχία του ανθρώπου να ικανοποιηθεί, αλλά αποτυχία να τελειοποιηθεί στην κατά Θεόν ανιδιοτελή αγάπη, η οποία «ου ζητεί τα εαυτής» ("δεν ζητάει τα δικά της").
Σημειώσεις


144. Ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης, ο οποίος δεν παραδέχεται την κατά γράμμα ερμηνεία και ιστορικότητα της διήγησης της Γενέσης για την πτώση (J. Turmel, όπως παραπάνω, τόμ. 1, σελ. 290-291), παρέχει την πληροφορία ότι ο Ειρηναίος εξελάμβανε και αυτός την ίδια βιβλική μαρτυρία όχι «ιστορικά» αλλά «πνευματικά». Κ. R. Hagenbach, όπως παραπάνω, σελ. 118, σημ. 3. Η είδηση αυτή, όμως, αντίκειται προς την συνολική έκθεση του Ειρηναίου σχετικά με την πτώση, τουλάχιστον στα σωζόμενα έργα του. Στο ίδιο· F. Vernet, Irenee, στο «Dict. Theol. Cath. », τομ. VII, σελ. 2457. Δες απόσπασμα 13, ΒΕΠΕΣ, τόμ. 5, σελ. 175 και μετά.
145. Β΄ Κορ. 3, 14.
146. Ο άνθρωπος «δεν πλάσθηκε, σύμφωνα με την Π. Δ., τέλειος αλλ’ ικανός να γίνει τέλειος». Β. Μ. Βέλλα, Όπως παραπάνω, σελ. 10.
147. Όπως παραπάνω, Β΄, 24.
148. Στο ίδιο Β΄, 25. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ακριβώς τα ίδια περί του ξύλου της γνώσεως. Δες Α. Ηarnack, Lehrbuch, τόμ. 2, σελ. 154.
149. Προς Αυτόλυκον Β, 24
150. Στο ίδιο Β΄, 27.
151. Στο ίδιο Β΄, 25.
152. Έλεγχος, Δ΄, XXXVII, 6.
153. Στο ίδιο Δ΄, XXXVII, 2.
154. Στο ίδιο Δ΄, XXXVII, 17.
155. Στο ίδιο Δ΄, XXXVIII, 23. Το «ίδειν» δεν αναφέρεται στη θεία ουσία. Στο ίδιο Γ΄, XXIV, 2. Ο Ειρηναίος πουθενά δεν γράφει ότι ο Λόγος αποκαλύπτει στους αγγέλους και στους ανθρώπους τη θεία ουσία όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο R. Seeberg. Όπως παραπάνω, τόμ. Ι, σελ. 322.
156. Στο ίδιο Δ΄, XXXVII, 1.
157. Στο ίδιο Δ΄, XXXVII, 3.
158. Δες παραπάνω, σημ. 2, σελ. 120· Χ. Ανδρούτσου, όπως παραπάνω, σελ. 139.

"Ένα κατάλαβα: τη δύναμη του Ψαλτηρίου"


 
+ Γέρων Θεόδωρος Σπηλαιώτης: Ὁ ἀσκητὴς τοῦ Ἁγιοφαράγγου

«Ἂν θὰ μὲ ρωτούσατε νὰ σᾶς πῶ, τὶ κατάλαβα τόσα χρόνια στὴν ἔρημο, θὰ σᾶς ἀπαντοῦσα μὲ μιὰ λέξη: τὴν δύναμη τοῦ ψαλτηρίου. Ἂν ξεκινοῦσα τὴν ζωὴ μου τώρα, ἕνα θὰ πάσχιζα νὰ κάνω, νὰ ἀποστηθίσω τὸ ψαλτήρι. Αὐτὸ εἶναι ἡ γονικὴ μήτρα τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ εὔφορο χῶμα, ὅπου εὐδοκιμεῖ ὁ σπόρος τῆς εὐχῆς. Αὐτὸ μαστίζει τοὺς δαίμονες. 
Ὅταν διάβαζα, στὶς ἀγρυπνίες μου, τὸ ψαλτήρι, ἐρχόνταν ὁ δαίμονας, ποὺ μούγκριζε σὰν ἀγριόχοιρος στὸ αὐτὶ μου. Εἰδικὰ, ὅταν ἔλεγα τὸν στίχο, «Ἀναστήτω ὁ Θεός…» καί τὸν στίχο ποὺ λέει, «Ἐσὺ εἶσαι Κύριος καὶ Θεὸς μου». Λυσσοῦσε, μὲ ἔπιανε ἀπὸ τὸν λαιμό, μὲ ἔπνιγε. Μπέρδευε τὰ λόγια μου, γιὰ νὰ μὴν τὸ πῶ. Τόσο πολὺ καιγόταν…».
 
"Ν": Ψαλτήρι ονομάζεται το βιβλίο των Ψαλμών στην Παλαιά Διαθήκη, το οποίο χρησιμοποιείται πάρα πολύ ως βιβλίο προσευχών στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ ίσως δεν υπάρχει εκκλησιαστική ακολουθία (τελετή), στην οποία να μη διαβάζεται ή ψάλλεται από εκεί κάποιος ψαλμός ή έστω στίχοι ψαλμού (έως και πολλοί ψαλμοί).

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

«Πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» – Η υπακοή στην Εκκλησία


π. Σπυρίδων Σκουτής: Στην υπακοή βρίσκεται η θέα του Χριστού
Όταν κάνουμε υπακοή τότε ποτίζουμε τα λουλούδια των αρετών για να ανθίσουν.
Υπακοή ακόμα και όταν διαφωνούμε, διότι δεν είναι δυνατόν να κόψουμε τον δεσμό με τη μητέρα Εκκλησία. Όταν ήμασταν παιδιά διαφωνούσαμε σε πολλά πράγματα με τη μητέρα μας αλλά πάντα ήταν η μάνα μας. Δεν την εγκαταλείψαμε ποτέ.
Ξεχνάμε κάτι πολύ σημαντικό αδερφοί μου. Πίσω από τον Παπά, τον Δεσπότη, τη Σύνοδο και τον Πατριάρχη, την Εκκλησία την κρατάει ο Χριστός, διότι εκκλησία είναι ο ίδιος ο Κύριος, είναι το Σώμα και το Αίμα Του.
Για ποιον λόγο να ταράξω την καρδιά μου; Για ποιον λόγο να επιτρέψω ανεμοστρόβιλους λογισμών να διασαλεύσουν την εσωτερική μου ηρεμία αφού γνωρίζω ότι ο Κύριος είναι παντού και πάντοτε και ότι “καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται· ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν.” Λουκά 21-18,19.
Η υπακοή μας ελευθερώνει. Σπάει τα δεσμά της αιχμαλωσίας διότι ο Χριστός προπορεύεται κι εσύ ακολουθείς. Όταν κάνεις υπακοή στο Εγώ ή τη φαντασία σου ή σε σκοτεινές δυνάμεις βαδίζεις τυφλωμένος με δόλιο οδηγό. Όταν όμως κάνεις υπακοή στον Πατέρα που γνωρίζει τα πάντα, εκεί ελευθερώνεσαι , εκεί παύουν οι λογισμοί της ανησυχίας, εκεί το πλοίο έχει πλέον πηδαλιούχο έμπιστο που ξέρει τις διαδρομές και τους κινδύνους για να σε προστατέψει.
Στην Εκκλησία η υπακοή δεν είναι μια ανούσια υποδούλωση σε ένα είδωλο ή σε μια ιδεολογία είναι η εμπιστοσύνη σε ένα πρόσωπο που ενεργεί και αυτό το πρόσωπο είναι ο Χριστός.
Αν όταν ήσουν πέντε χρονών άφηνες το χέρι του πατέρα που σε κράταγε και σε καθοδηγούσε, τότε άρχιζε και γεννιόταν ο φόβος διότι “κόπηκε” η πατρική σύνδεση. Χάνεις πλέον τον δρόμο, δεν ξέρεις πως να αντιμετωπίσεις τους κινδύνους διότι είσαι πλέον απροστάτευτος. Όταν όμως κρατάς το χέρι, δεν σε νοιάζει τίποτα, χαλασμός να γίνεται εσύ έχεις τη σιγουριά ότι ξέρει που σε πηγαίνει γιατί σε αγαπά ανιδιοτελώς κι εσύ τον εμπιστεύεσαι.